Το «To the Bone» είναι μια κακή, οριακά προσβλητική ταινία για την νευρική ανορεξία

to-the-bone
ΤΡΙΤΗ, 18 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017

Η νέα ταινία του Netflix αποτυγχάνει να διαχειριστεί τα υλικά που διαθέτει και να μιλήσει για ένα σοβαρό ζήτημα.

Μια από τις σειρές που συζητήθηκαν περισσότερο φέτος είναι το «13 Reasons Why» του Netflix. Μπορεί να μην ήταν τέλεια και να είχε μερικά εμφανή προβλήματα, αλλά αγκαλιάστηκε από το εφηβικό και νεανικό κοινό και έφερε στο προσκήνιο μια κουβέντα γύρω από το bullying, την κατάθλιψη, την αυτοκτονία και τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτή την πράξη και αυτό είναι σίγουρα κάτι σημαντικό που δεν μπορείς να το προσπεράσεις. Κάτι παρόμοιο επιχειρήθηκε με το «To the Bone», τη νέα ταινία του Netflix που προβλήθηκε αρχικά στο φεστιβάλ του Sundance αποσπώντας κατά γενική ομολογία θετικές κριτικές, με τις εντυπώσεις να αλλάζουν όμως όταν την είδε περισσότερος κόσμος, επιβεβαιώνοντας αυτό που ξέραμε ήδη, ότι δηλαδή το hype που αποκτούν πολλές ταινίες σε φεστιβάλ (ειδικά σε αυτό του Sundance) πολύ συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Βλέποντας τους συντελεστές, είχαμε κάθε λόγο να περιμένουμε κάτι καλό και ενδιαφέρον. Το θέμα της ταινίας είναι η νευρική ανορεξία και οι διατροφικές διαταραχές, με την σκηνοθέτρια του φιλμ, Marti Noxon, αλλά και την πρωταγωνίστρια, Lily Collins, να έχουν προσωπική εμπειρία με την ασθένεια στο παρελθόν. Και μιας και η Noxon είναι και δημιουργός του «UnREAL», μιας δηλαδή από τις πιο έξυπνες σειρές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, σίγουρα αναμέναμε κάτι διαφορετικό που θα προσεγγίζει με σοβαρότητα το ζήτημα της ανορεξίας. Τελικά αυτό δε γίνεται, αφού το «The Bone» είναι στην καλύτερη μια ακόμη ταινία του Netflix που την ξεχνάς πέντε λεπτά αφού την παρακολούθησες (μοναδική εξαίρεση το πολύ καλό «Okja») και στη χειρότερη είναι ένα προσβλητικό πορτρέτο απέναντι σε όσους είναι αντιμέτωποι με το φάσμα της ανορεξίας, αφού άσχετα από τις προθέσεις, το αποτέλεσμα είναι μάλλον να ωραιοποιεί πτυχές της ασθένειας.

Η Collins έχασε αρκετά κιλά για τον ρόλο και η αλλαγή είναι εμφανής και στην πραγματικότητα δεν είναι καν κακή. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για την καλύτερη έως τώρα ερμηνεία στην καριέρα της, αφού δε μένει στην εξωτερική της εμφάνιση και προσπαθεί να δώσει μια περιπλοκότητα που ανταποκρίνεται στις ψυχολογικές διακυμάνσεις ενός πάσχοντα από ανορεξία. Το πρόβλημα είναι με την ίδια την ταινία, η οποία εκθέτει και την ίδια την πρωταγωνίστριά της, παρουσιάζοντάς την ως μια εξιδανικευμένη λυπημένη κοπέλα, εξετάζοντας το σώμα της με μια ματιά που περισσότερο μοιάζει στην όμορφα φωτογραφημένη μελαγχολία της Sofia Coppola παρά σε αυτό που χρειάζεται μια τέτοια περίπτωση.

Κάτι ακόμη που ξεκινά καλά ως ιδέα αλλά έχει εξίσου καταστροφική απόδοση είναι το άνοιγμα σε ασθενείς που έχουν άλλου τύπου διατροφικές διαταραχές πέρα από ανορεξία, με τους οποίους θα μείνει για ένα διάστημα η Eli (ο χαρακτήρας της Collins). Η ταινία αποφασίζει να επικεντρωθεί μόνο στον Luke, έναν πρώην χορευτή μπαλέτου που είναι κοντά στην ανάρρωση και από την ανορεξία και από έναν σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο που χειροτέρεψε την κατάστασή του. Ο Luke είναι ακριβώς ο quirky νεαρός που αναλαμβάνει ρόλο εμψυχωτή για την Eli και αυτό επειδή ενδιαφέρεται ερωτικά για αυτήν. Και η ταινία χειρίζεται τόσο άσχημα αυτή τη σχέση, αφού αντιμετωπίζει τον Luke ως ακρογωνιαίο λίθο για την επαναφορά της Eli και δεν κρίνει τη στάση του απέναντί της και τα κίνητρά του.

Ακόμη χειρότερη είναι όμως η σχέση της Eli με τον ειδικό ιατρό που την έχει αναλάβει, τον οποίο υποδύεται ο Keanu Reeves. Συμπαθούμε πάρα πολύ τον Reeves και δεν το κρύβουμε και μας αρέσει πολύ η αναγέννηση της καριέρας του που συντελείται τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τις ταινίες του John Wick. Το πρόβλημα είναι πως ο ρόλος του εδώ μοιάζει με τον John Wick χωρίς τις γροθιές και τα όπλα. Οι μέθοδοί του είναι παράδοξοι και περισσότερο θα ταίριαζαν σε ένα πλαίσιο μιας εμψυχωτικής αθλητικής ιστορίας. Σου δίνει την αίσθηση ότι θα βοηθήσει την Eli και όλους τους υπόλοιπους ασθενείς με το να τους πιέζει και να ξεστομίζει λογύδρια έτοιμα να γίνουν quotes στο tumblr. Και είναι τόσο μεγάλη η εμπιστοσύνη που έχει πάνω του η ταινία ώστε σου δίνει την εντύπωση πως κανείς από όσους βρίσκονται στο πρόγραμμά του δεν πρόκειται να καταρρεύσει και ότι αν αυτό γίνει τότε ο Reeves θα σηκώσει τα μανίκια και θα παίξει μπουνιές με την ανορεξία για να φύγει. Σε άλλη ταινία θα ήταν συμπαθής. Εδώ για λόγους που δε φταίει ο ίδιος γίνεται ένας από τους βασικούς λόγους που το φιλμ φαντάζει ψεύτικο και προσβλητικό.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η ταινία προσπαθεί να παρουσιάσει το προβληματικό οικογενειακό φόντο της Eli ως έναν από τους λόγους που κατέληξε ανορεξική, αλλά αντιμετωπίζει το θέμα επίσης επιφανειακά και δεν επενδύει χρόνο σε αυτό και ως εκ τούτου θα ήταν καλύτερα να μην το άγγιζε καν. Η Eli ζει με την μητριά της και τον πατέρα της, τον οποίο δε βλέπουμε ποτέ και η μητέρα της η οποία την εγκατέλειψε για να ζήσει με μια άλλη γυναίκα με την οποία έχει λεσβιακή σχέση. Τίποτα από αυτά δεν έχει τον αντίκτυπο που θα έπρεπε και όλα πέφτουν στην κατηγορία των εύκολων και κακών στερεοτυπικών αντιλήψεων.

Υπήρχαν όλα τα απαραίτητα εφόδια το «To the Bone» να είναι μια καλή και σοβαρή δουλειά πάνω στο θέμα της νευρικής ανορεξίας και των διατροφικών διαταραχών. Τελικά όχι μόνο τα προσπερνάει όλα, μη θέλοντας να γίνει ρεαλιστικό και να δείξει την ωμή αλήθεια της ασθένειας, αλλά καταστρέφει και τη θυσία της Collins για το ρόλο, η οποία αν και επαγγελματίας, σίγουρα δε θα ήταν ό,τι πιο εύκολο να αναβιώσει άσχημες μνήμες του παρελθόντος. Είναι καλό να ανοίγει η συζήτηση σε δημόσια σφαίρα για τέτοια ζητήματα, ειδικά όταν αυτό γίνεται μέσα από το σινεμά και την ποπ κουλτούρα, αλλά σίγουρα μέσα από καλύτερες ταινίες που χειρίζονται πολύ διαφορετικά αυτό το υλικό.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ / [email protected]