Κριτική ταινίας:«Το Μερίδιο των Αγγέλων»

Ο Κεν Λόουντς με τη νέα του ταινία «Το Μερίδιο των Αγγέλων» απέσπασε φέτος το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών.

«Το Μερίδιο των Αγγέλων»

Κινηματογραφιστής των κοινωνικών αδιεξόδων και του δράματος που γεννά η κάθε εποχή με τα προβλήματά της, ο Κεν Λόουντς καταφέρνει να συναρπάσει αυτή τη φορά με μια κωμωδία.

Η έκφραση «το μερίδιο των αγγέλων» αναφέρεται στο 2% της ποσότητας του ουίσκι που εξατμίζεται, περιέργως, κατά τη διαδικασία της παλαίωσής του μέσα στο βαρέλι. Μια μικρή ποσότητα πανάκριβου και πολύτιμου ουίσκι θα εξαφανιστεί αντίστοιχα αφού θα υποκλαπεί από μια ομάδα νεαρών μικροαπατεώνων. Αυτή η ενέργεια θα τους βοηθήσει στη δύσκολη προσπάθειά τους να επανενταχθούν στην κοινωνία, δεδομένου ότι παραλίγο να μπουν φυλακή.

Κάτω από αυτά τα συμφραζόμενα, η έκφραση και ταυτόχρονα τίτλος της ταινίας «Το Μερίδιο των Αγγέλων» αποκτά μια διττή μεταφορική σημασία: ένα μικρό ποσοστό αυτού του ποτού αποτελεί –στη δεδομένη περίπτωση-το νέκταρ όχι μόνο των αγγέλων του θεού αλλά και κάποιων ‘’αγγέλων-δαιμόνων’’ της γης που δίνουν μάχη για την επιβίωση.

Έτσι, ο Κεν Λόουντς μέσα από έναν ευφυή συνδυασμό θα αδράξει την ευκαιρία να διηγηθεί μια ιστορία για απόκληρους της κοινωνίας (ένα από τα αγαπημένα του θέματα) μέσα από ένα διασκεδαστικό σενάριο που φέρει έναν αέρα σκωτσέζικης κουλτούρας και «μυρίζει» παλιό καλό ουίσκι. Οι ιστορίες του βρετανού κινηματογραφιστή είναι γεμάτες άνεργους, μετανάστες χωρίς χαρτιά, εργάτες που χάνουν τα δικαιώματά τους άδικα, κτλ.

Η φωτογράφηση της εκμετάλλευσης και της αδικίας χαρακτηρίζει την πορεία της καριέρας αυτού του συνετού επαναστάτη- κινηματογραφιστή και η παθογένεια της σύγχρονης εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο. Οι άνεργοι στην Αγγλία το 2011 ξεπέρασαν για πρώτη φορά το ένα εκατομμύριο. Αυτό το γεγονός ευαισθητοποίησε τον Κεν Λόουτς και τον ώθησε να δημιουργήσει μια ταινία πάνω στη νέα γενιά ανθρώπων των οποίων το μέλλον διαγράφεται σκοτεινό, αμφίβολο και ετοιμόρροπο δεδομένης της γενικότερης αστάθειας που έχει μολύνει όλους τους τομείς.

Επηρεασμένος από το ρεύμα του Free Cinema και μένοντας πιστός στη γραμμή του να συνδυάζει τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, έρχεται σε επαφή με έναν άστεγο, θαμώνα των υποβαθμισμένων και κακόφημων συνοικιών της Γλασκώβης, τον Paul Brannigan, και με έναν σπεσιαλίστα-γευσιγνώστη ουίσκι, τον Charlie Maclean. Αυτομάτως τους δίνει ρόλους και τους εντάσσει μέσα στη διήγησή του προσθέτοντας της έτσι έναν τόνο αυθεντικότητας. Από τον Paul Brannigan και τον Charlie Maclean, ο σκηνοθέτης μαζί με το σεναριογράφο του Paul Laverty, αντλεί πληροφορίες αυθεντικές τόσο για τους περιθωριακούς νέους, που ζουν μέσα στη βία και την απόρριψη όσο και για τη διαδικασία παραγωγής ουίσκι.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα κράμα από εικόνες που μας ταξιδεύει από τα άχαρα και γκρίζα προάστια της πόλης στη σκωτσέζικη ύπαιθρο η οποία χαρακτηρίζεται από την παράδοση της στην παραγωγή ουίσκι.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο νεαρός Ρόμπι (Paul Brannigan). Αυτός μαζί με άλλα παραστρατημένα παιδιά βρίσκεται στο έδρανο του δικαστηρίου στην αρχή της ταινίας. Τελικά γλιτώνει τη φυλακή και καταδικάζεται σε καταναγκαστική κοινωνική εργασία. Στο μεταξύ, γίνεται πατέρας. Τα αδέλφια της φίλης του τον γρονθοκοπούν με σκοπό να τον απομακρύνουν από αυτή. Ο Ρόμπι μένει σε μια τρώγλη. Οι ευκαιρίες για να βρει δουλειά όλο και περιορίζονται ενώ τα βίαια επεισόδια περιθωριοποίησής του όλο και αυξάνονται.

Το εγκληματικό και σκοτεινό παρελθόν του συνοψίζεται πολύ εκφραστικά στο χαραγμένο του πρόσωπο με τις διάφορες ουλές. Με αυτό το παρουσιαστικό οι ευκαιρίες για επανένταξη περιορίζονται ακόμη περισσότερο. Ωστόσο, στην κοινωνική εργασία κάνει κάποιες γνωριμίες καθοριστικές για τη ζωή του...

Αισθητικά η ταινία ακροβατεί μεταξύ του στενόχωρου ντεκόρ του προαστίου της Γλασκώβης και τις καταπράσσινες εκτάσεις των Highlands. Από τα σφιχτά κάδρα του μίζερου τοπίου της πόλης μεταβαίνουμε στην απλωσιά της φύσης όπου σε ένα αποστακτήριο, ο Ρόμπι με την παρέα του θα «βρει την τύχη του». Μια σειρά από κωμικά ευρήματα και διασκεδαστικά επεισόδια μετατρέπουν βαθμιαία την ταινία από τραγωδία σε κωμωδία.

Το κοντράστ που δημιουργείται σε αισθητικό επίπεδο συνάδει άψογα με τη μετάβαση από το αδιέξοδο στη λύση των προβλημάτων, από τη στενοχώρια στη χαρά, από το περιθώριο στην επανένταξη στην κοινωνία.

Ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι η ανεργία αποτελεί ένα μέσο της κυρίαρχης τάξης «για να ασκήσει πειθαρχία στους εργαζόμενους» και ότι η βία, ο εθισμός και η εγκληματικότητα είναι αποτέλεσμα μια «προσχεδιασμένης διαδικασίας εξέλιξης». Με μη-επαγγελματίες ηθοποιούς, με αυτοσχεδιασμό και φαντασία ο Κεν Λόουντς και ο συνεργάτης του σεναριογράφος Paul Laverty («Το όνομά μου είναι Τζο», «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» «Γλυκά Δεκάξι» «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι» κ ά.), θέλησαν να μιλήσουν για τις γενιές των χαμένων ή αδύναμων που διακατέχονται από έναν έντονο πόθο να νικήσουν στη μάχη τους για την επιβίωση.

Με σκωτσέζικο χιούμορ για να ελαφρύνουν τη σοβαρότητα του θέματος, καταθέτουν ένα έργο συγκινητικό και διασκεδαστικό ταυτόχρονα γεμάτο επαναστατικότητα και ανθρωπισμό.

Παίζουν: Paul Brannigan, John Henshaw, Gary Maitland, William Ruane, Jasmin Riggins, Roger Allam, Charlie Maclean. Η ταινία προβάλλεται από τη Feelgood Entertainment.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ