Όλγα Μαλέα: «μπορείς να τρως κάθε μέρα το ίδιο φαγητό;»

Όλγα Μαλέα: «Είναι ωραίο που υπάρχουν ταινίες και σαν το «Κυνόδοντα» και σαν το «Αν» του Παπακαλιάτη, γιατί αυτό σημαίνει ότι ανοίγει η ψαλίδα κι έχουμε γκάμα και ποικιλία ταινιών. Ο άνθρωπος θέλει την ποικιλία, μπορείς να τρως κάθε μέρα το ίδιο φαγητό;»

Η Όλγα Μαλέα μας ετοίμασε ένα ψυχολογικό δράμα, με γαστρονομικές αναφορές. Η σκηνοθέτις μίλησε στο click@Life για τη «Ματζουράνα», τη νέα ταινία της που βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 11 Απριλίου.

Η Όλγα Μαλέα αφήνει πίσω της την κωμωδία που την ανέδειξε και δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε ένα ψυχολογικό δράμα, με σασπένς και ανατροπές. Η Ναταλία Δραγούμη και η μικρή Μαρία Ρισκάκη, ενσαρκώνουν το βασικό πρωταγωνιστικό δίδυμο της ταινίας, την απαιτητική μητέρα και το εσωστρεφές εντεκάχρονο κορίτσι που συμμετέχει σε ένα διαγωνισμό μαγειρικής, «οπλισμένο» με μια μυρωδάτη «Ματζουράνα», όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας. Οι πρώτοι οιωνοί από την πρεμιέρα του έργου στο Δαναό, είναι θετικοί και από τις 11 Απριλίου, η «Ματζουράνα» θα ευωδιάσει και στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Το λεγόμενο χαρισματικό παιδί γεννιέται ή είναι δημιούργημα απαιτητικών γονέων;

Σίγουρα γεννιέται ένα παιδί με ταλέντα και οπωσδήποτε θέλει και το ίδιο να τα καλλιεργήσει γιατί κάθε άνθρωπος έχει την περιέργεια να εξερευνήσει τα όριά του. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν εμείς οι γονείς αντί να πετύχουμε ό, τι θέλουμε, επενδύουμε αυτήν την επιθυμία πάνω στα παιδιά μας κι αυτά το εισπράττουν.

Είναι αλήθεια ότι είχατε γράψει το σενάριο έχοντας στο μυαλό σας την Μαρία Ρισκάκη, την μικρή πρωταγωνίστρια της ταινίας σας;

Η σκηνοθέτις μαζί με την μικρή πρωταγωνίστρια της ταινίας, Μαρία Ρισκάκη

Ναι. Τη Μαρία τη γνώρισα στο casting για την «Ονειροπαγίδα», την τηλεοπτική σειρά που είχε παρουσιαστεί το 2009 και το 2010 στον ANT1. Είχα δει πάνω από 200 παιδιά και ανάμεσά τους ξεχώρισε η Μαρία. Την πήραμε στο σήριαλ και για δύο χρόνια δούλεψα μαζί της. Δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως βλέπαμε σε κάποιες δραματικές σκηνές, πόσο καλή ήταν. Ο Γιώργος Καραμίχος και η Χριστίνα η Τσάφου, που έπαιζαν στη σειρά τον πατέρα και τη θεία της, είχαν εντυπωσιαστεί από το πόσο έμπαινε συναισθηματικά σε κάθε σκηνή. Κι έτσι, όταν τελείωσαν όλες οι κανονικές δουλειές, με την έννοια ότι δεν γινόταν πλέον τίποτα στην τηλεόραση που να σε πληρώνει, έκατσα κι έγραψα το σενάριο. Μετά, χάρη στη γενναιοδωρία των συνεργατών μου, οι οποίοι πήραν μόνο ένα μικρό μέρος αμοιβής για τα γυρίσματα και τα υπόλοιπα ελπίζουμε να τα μας τα φέρουν τα εισιτήρια- ολοκληρώθηκε και η ταινία.

Και στην προηγούμενη ταινία σας είχατε χρησιμοποιήσει ένα παιδί σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα παιδιά λειτουργούν σαν ένα είδος καθρέπτη για τους χαρακτήρες που τους περιτριγυρίζουν; Και τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει για έναν κινηματογραφιστή η συνεργασία με ένα παιδί;

Και στις δυο περιπτώσεις, στην κωμωδία «Πρώτη φορά Νονός» και στη «Ματζουράνα», το παιδί είναι πρωταγωνιστής. Βλέπεις την ιστορία μέσα από τη δική του αγωνία.«Θα τα καταφέρω, δεν θα τα καταφέρω;» ήταν στο «Πρώτη φορά νονός». Και στη «Ματζουράνα» είναι «θα μπορέσω να εκφράσω αυτό το φρικτό μυστικό που με βασανίζει και δεν το ξέρει κανείς;». Επομένως το παιδί δεν λειτουργεί ως καθρέπτης, αλλά βλέπεις την ταινία μέσα από τα δικά του μάτια. Το ιδιαίτερο στοιχείο για έναν κινηματογραφιστή είναι ότι τα παιδιά ζουν και λειτουργούν πολύ καλά στο παρόν. Δεν μπορείς να τους φορτώσεις όλον το ρόλο, όπως θα τον κουβαλούσε ένας ενήλικας ηθοποιός ο οποίος ανά πάσα στιγμή ξέρει σε ποιο σημείο βρίσκεται συναισθηματικά ο χαρακτήρας που υποδύεται. Με τα παιδιά, έτσι όπως δούλεψα με τον Tex Pardue και τώρα με τη Μαρία Ρισκάκη, ο σκηνοθέτης κουβαλά το ρόλο. Ουσιαστικά μιλάμε μόνο για τη σκηνή που έχουν να παίξουν και τι έχει συμβεί πριν και τι θα ακολουθήσει μετά. Και με αυτό είναι πολύ ευχαριστημένα τα παιδιά, δεν θέλουν να ξέρουν κάτι παραπάνω. Βουτάνε στη σκηνή με τη μοναδική ικανότητα που έχουν να βλέπουν το παρόν.

Οι γαστρονομικές αναφορές των ταινιών σας αντανακλά και τη δική σας αγάπη για την μαγειρική;

Πράγματι. Η σχέση μου με την μαγειρική ξεκινά από πολύ παλιά, όταν ζούσε η γιαγιά μου. Πολύ συχνά έφτιαχνε πίτες κι ήθελε να τη βοηθάω, γιατί χρειάζονταν άλλα δύο χέρια για να ανοίγει καλά το φύλο. Όταν πέθανε, όλο με έπαιρναν οι θείες μου στο τηλέφωνο και με ρωτούσαν πώς έκανε το ένα ή το άλλο φαγητό. Ήμουν μόλις 14 χρονών. Μετά μαγείρευα για την οικογένεια και τους φίλους μου. Μ’ αρέσει να πειραματίζομαι με υλικά, με ξεκουράζει να κόβω λαχανικά- σε καμία περίπτωση δεν ονειρεύομαι ένα μπλέντερ που σου κόβει αμέσως τα λαχανικά-μου είναι ευχάριστη η διαδικασία να κάθεσαι εκεί και να κόβεις, αδειάζει το μυαλό. Δεν σκέφτομαι ως κόπο το να μαγειρέψω.

Η μυρωδιά της ματζουράνας σας ξυπνά κάποιες ιδιαίτερες αναμνήσεις;

Η ματζουράνα προέκυψε από την ίδια την ταινία, γιατί το κοριτσάκι της ταινίας, η μικρή Άννα, τη χρησιμοποιεί στη μαγειρική της. Κάνει μια τάρτα σοκολάτας με μαντζουράνα κι επενδύει πάρα πολλά σε αυτήν την ιδιαίτερη ευωδιαστή γεύση της. Πιστεύει ότι με αυτήν τη συνταγή μπορεί να κερδίσει στο διαγωνισμό μαγειρικής που συμμετέχει κι ότι άμα κερδίσει όλα θα γίνουν καλά, όπως πριν. Τα παιδιά πολλές φορές έχουν την αίσθηση, σαν να είναι μικροί μάγοι, ότι εγώ τα χάλασα, εγώ θα τα φτιάξω πάλι. Και για αυτό το λόγο επωμίζονται ευθύνες που δεν τους αναλογούν.

Στην προκειμένη περίπτωση τη μητέρα της Άννας, υποδύεται η Ναταλία Δραγούμη. Επιχειρεί μια «μετατόπιση» με αυτό το ρόλο από την εικόνα που την είχαμε συνηθίσει;

Ναι, μεγάλη. Με τη Ναταλία είχαμε συνεργαστεί στη «Διακριτική γοητεία των αρσενικών». Έπαιζε τη σέξι γυμνάστρια, η οποία ήταν ερωτευμένη με έναν παντρεμένο ενώ ένας νόστιμος νεαρός την ήθελε σαν τρελός. Σε αυτήν την ταινία κάνει κάτι πολύ διαφορετικό, υποδύεται μια απαιτητική μητέρα, μια μοντέρνα μαμά, η οποία μπορεί να μην φωνάζει-λέει για παράδειγμα «σε παρακαλώ Άννα μπορείς να σηκωθείς γιατί μας περιμένουν»- έχει όμως τρομερές απαιτήσεις. Το απωθημένο που δεν πραγματοποίησε η ίδια στη ζωή της, να γίνει λαμπρή ερευνήτρια, θέλει να το εκπληρώσει η κόρη της. Δηλαδή, αν εμείς δεν πετύχαμε τόσο στον επαγγελματικό τομέα, θέλω το παιδί μου να έχει όλες τις ευκαιρίες. Είδαμε την ταινία πρώτη φορά με κόσμο στην πρεμιέρα και χάρηκα πάρα πολύ γιατί η αντίδραση των θεατών ήταν εξαιρετικά θετική. Συγκινήθηκαν με την ταινία, αισθάνθηκαν ότι τους είπε κάτι και επίσης η Ναταλία άρεσε πάρα πολύ, σε ένα ρόλο, για χάρη του οποίου, δε φοβάται να εκτεθεί.

Αναφερθήκατε στην εικόνα της μοντέρνας μαμάς. Έχουν αλλάξει ορισμένοι γονεϊκοί κώδικες αλλά επί της ουσίας παραμένουν ίδια κάποια πράγματα;

Ναι. Η δική μου γενιά γονιών- τα παιδιά μου τώρα είναι 21 και 24 ετών- ήμασταν πάρα πολύ σε αυτό το τριπ: να κάνει το παιδί, ό, τι του αρέσει, μπαλέτο και tae kwon do και πιάνο και φλάουτο και χιλιάδες εξωσχολικά. Τώρα ένα παιδί προφανώς θέλει να παίξει και λίγο ηλεκτρονικά, να δει τηλεόραση και να κάτσει λίγο να βαριέται. Οπότε νομίζω πως σε μια κοινωνία, όπως ήταν η Ελλάδα πριν την κρίση, είχαν πολύ μεγαλύτερη πίεση τα παιδιά. «Αφού μπορούμε να σου προσφέρουμε κάνε κι αυτό, κάνε κι εκείνο, εμείς δεν μπορούσαμε τότε». Δεν είμαι και τόσο σίγουρη ότι όλα αυτά τα επιλέγει το παιδί, παρότι φαίνεται έτσι.

Η κρίση πιστεύετε πως ίσως αναπροσαρμόσει αυτό το μοντέλο;

Δεν ξέρω ακόμα, είναι νωρίς. Μπορεί να το κάνει χειρότερο με την έννοια ότι ο ανταγωνισμός είναι ακόμα πιο σκληρός. Και αν δεν είσαι καλός, θα σε φάνε λάχανο, ή μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη χαλάρωση. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επιβιώσουμε.

Τα talent shows μαγειρικής στην τηλεόραση, κάποια στιγμή είχαν χρησιμοποιήσει και παιδιά. Πώς το σχολιάζετε;

Μπορεί να είναι δύσκολα για τα παιδιά αυτά, γιατί εκτίθενται πάρα πολύ. Επίσης διαγωνίζονται κι είναι έντονο το στοιχείο ότι έχασα, ότι δεν είμαι αρκετά καλός, που μπορεί να πικράνει ένα παιδί. Εξαρτάται από τη στήριξη που έχει το παιδί. Αν το δει κι αυτό και η οικογένειά του σαν ένα παιχνίδι- αν κερδίσεις, κέρδισες, αν χάσεις, έχασες- μπορεί να βοηθήσει πολύ. Φαντάζομαι κι οι άνθρωποι που τα υποστηρίζουν μέσα από την εταιρία παραγωγής και το κανάλι, ο ψυχολόγος της εκπομπής, τα βοηθά να το δουν κάπως έτσι. Σαν ένα παιχνίδι που δεν κρίνεται η ζωή τους αν χάσουν.

Θεωρείτε ότι υπάρχει γυναικεία κινηματογραφική γραφή;

Δεν ξέρω αν είναι γυναικεία κινηματογραφική γραφή, σίγουρα όμως την ταινία τη βλέπεις μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Αν λοιπόν οι πρωταγωνίστριες είναι δύο γυναίκες που τρέχουν και δε φτάνουν, όπως σε μια παλαιότερη ταινία μου, το «Ριζότο», αναγκαστικά κι εσύ ως θεατής μέσα από τα δικά τους μάτια βλέπεις την ιστορία. Οπότε πιστεύω ότι αυτό διαμορφώνει ένα κλίμα που κάνει την ταινία, ας πούμε, πιο γυναικεία. Δεν είναι απαραίτητα η γραφή της πιο γυναικεία, απλά η θεματολογία διερευνά τόπους και πρόσωπα πιο οικεία στην γυναικεία ψυχολογία.

Ο ελληνικός κινηματογράφος επανέρχεται στο προσκήνιο. Είτε με ταινίες που κινούνται σε μια ιδιαίτερη αισθητική, όπως ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου, είτε με ταινίες όπως αυτή που είδαμε πρόσφατα με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα εσείς πού πιστεύετε ότι βρίσκεται ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος;

Είναι ωραίο που υπάρχουν ταινίες και σαν το «Κυνόδοντα» και σαν το «Αν» του Παπακαλιάτη, γιατί αυτό σημαίνει ότι ανοίγει η ψαλίδα κι έχουμε γκάμα και ποικιλία ταινιών. Ο άνθρωπος θέλει την ποικιλία, μπορείς να τρως κάθε μέρα το ίδιο φαγητό; Νομίζω ότι αυτό είναι δείγμα υγείας και πως ο κινηματογράφος πάει καλά. Όταν την μια χρονιά έχεις μια ταινία όπως της Αθηνάς Τσαγγάρη που είχε διακριθεί στη Βενετία (το «Attenberg») και την επόμενη έχεις τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη με 550.000 εισιτήρια, για μένα αυτό είναι πάρα πολύ καλό. Εγώ βρίσκομαι κάπου ενδιάμεσα. Δηλαδή κάνω μια ταινία, όπως μου είπαν από την εταιρία διανομής, τη Feelgood, που είναι «arthouse», αλλά ανήκει στο εμπορικό κομμάτι του καλλιτεχνικού. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες της ταινίας, θες να δεις τι γίνεται παρακάτω, έχει δηλαδή πλοκή. Δεν είναι ένα αφαιρετικό πράγμα που το παρακολουθείς περισσότερο εγκεφαλικά και το εκτιμάς για την εξυπνάδα του.

Το ζήτημα των εισιτηρίων είναι για εσάς προσωπικό στοίχημα;

Οι προηγούμενες ταινίες μου ήταν κωμωδίες κι είχαν κάνει περισσότερα από 250,000 εισιτήρια η καθεμία. Η «Μαντζουράνα» είναι μια ταινία με κάπως μικρότερη διανομή, σε μια εποχή πολύ πιο δύσκολη και από πλευράς εισιτηρίων. Όμως την πιστεύω πολύ. Μετά την πρεμιέρα της και τη συγκίνηση που προκάλεσε στον κόσμο, εύχομαι να πάει καλά. Πάντα θες να πάει καλά. Όταν κάνεις ένα φαγητό, το κάνει για να φαγωθεί, όταν κάνεις μια ταινία, την κάνεις για να θεαθεί. Χωρίς θεατές ταινία δεν υπάρχει.

Πληροφορίες: Η ταινία «Ματζουράνα» θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 11 Απριλίου από τη Feelgood.

Πρωταγωνιστούν οι: Μαρία Ρισκάκη, Ναταλία Δραγούμη, Γιούλικα Σκαφιδά, Σήφης Πολυζωίδης, Τρύφων Καρατζάς, Τριανταφύλλη Μπουτεράκου, Χριστίνα Μητροπούλου.

ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ

Κερδίστε 5 διπλές προσκλήσεις στις 23/2  για την παράσταση «ΝΙΚΗ»,  στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».