Κριτική ταινίας:«Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί»

only-lovers-left-alive-foto-1 Sandro Kopp
ΠΕΜΠΤΗ, 02 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

H Δήμητρα Γιαννακού γράφει κριτική για το βαμπιρικό έπος του Τζιμ Τζάρμους «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί».

H πολυαναμενόμενη, από αρκετούς σινεφίλ, ταινία του Τζιμ Τζάρμους «Μόνο οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί»  είναι γεγονός και κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από την πρώτη μέρα του χρόνου, λειτουργώντας ίσως ως ένας καλός οιωνός για τις ταινίες που θα ακολουθήσουν μέσα στο 2014.


H Tίλντα Σουίντον («Είμαι ο Έρωτας») και ο Τομ Χίντλεστον (ο Λόκι του φιλμ «Οι Εκδικητές») ενσαρκώνουν ένα πρωτότυπο ζευγάρι βαμπίρ που αισθάνεται να απειλείται από τη γενικότερη παρακμή και διαφθορά του σύγχρονου κόσμου.


Ο Τζάρμους με ευφάνταστη έμπνευση αντιστρέφει τους ρόλους στην αιώνια πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού και δημιουργεί μια παραβολή για τα δεινά της ανθρωπότητας, όπου οι βρικόλακες τώρα είναι αυτοί που προσπαθούν να θωρακιστούν από την καταστροφική μανία των ανθρώπων: τα «Ζόμπι», όπως αποκαλούνται οι άνθρωποι, έχουν ρημάξει τα πάντα στο πέρασμά τους, φθάνοντας στο σημείο να μολύνουν το νερό ακόμη και το ίδιο τους το αίμα.


Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι βρικόλακες μετατρέπονται σε δύο τρωτές υπάρξεις, ευάλωτες, υποκείμενες στην αποσαθρωτική διάλυση του κόσμου και από αυτήν την αντιστροφή γίνονται ένα σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Αδάμ και η Εύα τρέφονται μόνο με αγνό αίμα. Ένα σπάνιο μηδέν αρνητικό που προμηθεύονται από το νοσοκομείο.


Καθαρή, πολύτιμη και ιδιαίτερα ραφιναρισμένη η τροφή τους αποτελεί μια αντανάκλαση της ζωής τους που προσπαθούν να κρατήσουν αντίστοιχα «καθαρή», αλώβητη από τις μολύνσεις του εξωτερικού κόσμου, μια ζωή εκλεπτυσμένα σοφιστικέ και βυθισμένη σε ένα περιβάλλον ονειρικής έκστασης και απομόνωσης.


Gordon A Timpen
Η ταινία ξεκινά με εικόνες που ξεδιπλώνονται εμπρός στα μάτια του θεατή με μια περιστροφική κίνηση και καταλήγουν σε ένα βινύλιο που γυρίζει ασταμάτητα, ανακοινώνοντας εξαρχής μια θεματική της ιστορίας.


Αν λάβουμε υπόψη την πυθαγόρεια θεωρία, κατά την οποία ο κύκλος αποτελεί το σύμβολο του άυλου, του άπειρου και του πνεύματος, θα λέγαμε ότι το παιχνίδι των κυκλικών κινήσεων του Τζάρμους συμβολίζει τον αιθέριο χαρακτήρα των κεντρικών του προσώπων και τον πνευματικό βίο που διάγουν.


Ο Αδάμ ενσαρκώνει μια μελαγχολική ύπαρξη, βαθιά ρομαντική που στοχάζεται με θλίψη πάνω στα ανθρώπινα. Μιλά για τη θεωρία του Αϊνστάιν ή εκείνη της Χρυσής Τομής με μια φυσικότητα και άνεση, όπως μιλούν οι απλοί άνθρωποι για τα τετριμμένα της ζωής.


Παθιασμένος συνθέτης και σοφός μουσικός ζει αποτραβηγμένος στο σκοτεινό του άντρο, ένα διαμέρισμα στα περίχωρα του Ντιτρόιτ (πόλη πλούσια σε παραγωγή για την αμερικανική μουσική βιομηχανία), περιτριγυρισμένος από πορτρέτα ιδιοφυιών –όπως του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Κάφκα ή του Όρσον Ουέλς- από βινύλια και διάφορες κιθάρες, συλλεκτικές και πολύτιμες με τις οποίες διατηρεί μια φετιχιστική, έντονα στενή σχέση αγάπης.


Ντυμένος και χτενισμένος με ένα ιδιαίτερο στυλ ροκά παλαιότερων δεκαετιών, ο Αδάμ είναι ένα περίεργο πλάσμα, ένας δανδής που παραπέμπει σε μαθητή του Μποντλαίρ και αναμφισβήτητα αποτελεί ένα alter ego του δημιουργού του, του Τζάρμους. 


Το έτερον του ήμισυ, η Εύα, ζει στην άλλη πλευρά του πλανήτη, στην Ταγγέρη. Θα διαισθανθεί τη θλίψη του αγαπημένου της και θα τρέξει κοντά του. Η Εύα είναι ένα άλλο απόκοσμο ον, ένα ξωτικό που αντιμετωπίζει με δυναμισμό διάφορες καταστάσεις.
Οπτιμίστρια και με θετικά αισθήματα αποτελεί τον αντίποδα του Αδάμ. Μαζί συνθέτουν ένα ζευγάρι τρυφερό και ρομαντικό που ζει στο δικό του «σύμπαν».


Περιθωριακοί, παράξενοι, πρωτότυποι, μοναχικοί, μελαγχολικοί, καλλιεργημένοι και σκεπτικοί για την ανθρώπινη μοίρα, ο Αδάμ και η Εύα συγκεντρώνουν αρκετά από τα στοιχεία των χαρακτήρων του Τζάρμους.


Ο γηραιός και σοφός Μάρλοου (Τζον Χαρτ) συμπληρώνει το παραπάνω σύνολο των διανοούμενων καλλιτεχνών, καθώς στέκει στο πλευρό τους ως παντοτινός φίλος και η παρουσία του προσθέτει περισσή συγκίνηση.


Η Άβα (Μια Βασισκόβσκα), η μικρή αδερφή της Εύα, θα εισβάλλει μέσα στο ονειρικό περιβάλλον των δύο εραστών και σαν μια νότα παραφωνίας θα εγκατασταθεί στο χώρο τους, σκορπίζοντας την αταξία και το χάος.


Gordon A Timpen
Το ντεκόρ της ταινίας είναι έντονα σημασιοδοτικό, αποτελώντας μια προβολή της κατάστασης της ψυχής των ηρώων. Χαρακτηριστικά είναι τα πλάνα με τις εικόνες ενός έρημου Ντιτρόιτ που διασχίζουν τα δύο βαμπίρ, περνώντας δίπλα από κτήρια σκοτεινά και κενά, αντανακλώντας την απομόνωση και απογοήτευση  που νιώθουν απέναντι σε μια κοινωνία διαβρωμένη και ρημαγμένη.


Τα χρώματα που κυριαρχούν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους είναι σκοτεινά, σε καφέ ή μπορντώ αποχρώσεις, δίνοντας την εντύπωση ότι ο φωτογράφος Yorick le Saux’s προσπαθεί να βάλει το θεατή στη θέση των βαμπίρ, κοιτώντας πίσω από τα σκοτεινά γυαλιά τους. Οι διπλοτυπίες και τα fondus-enchainés βάζουν συχνά τα σημεία στίξης θυμίζοντας έναν παλαιότερο κινηματογράφο, ενώ το μοτίβο της περιστροφής παραπέμπει σε αισθητική του κινηματογράφου των γάλλων ιμπρεσσιονιστών.


Η μουσική, υπνωτική και καθηλωτική, σε underground ρυθμούς και υπογεγραμμένη από τον αβανγκαρντίστα μουσικό Ζόζεφ Βαν Γουίσεμ, παλαιότερο συνεργάτη του Τζάρμους, ενδύει το φιλμικό κείμενο καθιστώντας το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό και αποτελειώνει μια ταινία που θα αιχμαλωτίσει ακόμη και τον πιο αδιάφορο θεατή.


Παίζουν: Τομ Χίντλεστον, Τίλντα Σουίντον, Μια Βασισκόβσκα, Τζον Χαρτ, Άντον Γιέλτσιν, Τζέφρι Ράιτ.

Πληροφορίες: η ταινία «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» («Only lovers left alive») προβάλλεται από την Feelgood Entertainment.


  Δήμητρα Γιαννακού