Θριάμβευσε η ταινία «Suntan» στα βραβεία Ίρις και εμείς θυμόμαστε γιατί την αγαπήσαμε τόσο

suntan
ΤΕΤΑΡΤΗ, 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2017

Το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου λάμπει μέσα από τα πιο βαθιά σκοτάδια. Και μαζί του και το ελληνικό σινεμά. Μετά τη βράβευση της ταινίας στη χτεσινή βραδιά στη Στέγη, ανατρέχουμε σε μια παλιότερη κριτική της ταινίας από τον Γιάννη Μόσχο.

Όσο σχετική και αν είναι η έννοια του χρόνου, το σίγουρο είναι πως υπάρχουν συγκεκριμένες σταθερές στη δομή του που εκφράζονται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες που αφορούν την κάθε ηλικία. Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ σημαντικά είναι τα νεανικά χρόνια του καθενός, από την εφηβεία μέχρι να κατασταλάξει σε δουλειά και οικογένεια, συνήθως λίγο μετά τα 30. Αυτά για τους περισσότερους είναι τα χρόνια της ξέφρενης διασκέδασης και της «ασωτίας», τα οποία αργότερα θα αναπολούν με νοσταλγία. Τι γίνεται όμως όταν δε ζήσεις τις εμπειρίες που θα ήθελες αυτή την περίοδο της ζωής σου και το συνειδητοποιήσεις αργότερα, όταν πλέον είναι αργά; Κάπου εκεί έρχεται η κρίση μέσης ηλικίας και μια σειρά από ψυχολογικές διαδικασίες που οδηγούν στον πανικό και μέχρι την κατάθλιψη. Και αυτή η κατάσταση επιδεινώνεται βλέποντας τους γύρω σου να ζουν τη «φυσιολογική» ζωή τους, έχοντας κάνει το κάθε πράγμα στον καιρό του δίχως να έχουν απωθημένα. Και την ίδια στιγμή, η ζωή συνεχίζεται και έρχονται από πίσω άλλοι νέοι που κάνουν όσα δεν έζησες εσύ στην ηλικία τους και με πολύ πιο έντονο και σαφή τρόπο. Δε θέλει και πολύ για να μελαγχολήσεις.

Μόδα και Ομορφιά με προτάσεις και tips από τους ειδικούς του στυλ, Πάρτε ιδέες!

Όσο απότομη και σκληρή και αν φαίνεται αυτή η πρώτη παράγραφος, είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στον κόσμο του «Suntan», μιας από τις ελληνικές ταινίες που περιμέναμε περισσότερο φέτος. Είναι η νέα δουλειά του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου («Bank Bang», «Wasted Youth»), ο οποίος με τις δουλειές του καταφέρνει να εντάσσει δύσκολα και όχι τόσο ευχάριστα θέματα μέσα σε ένα περίβλημα που δεν είναι καθόλου δυσάρεστο και παρακολουθείται με ενδιαφέρον από το μέσο θεατή. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ με την ιστορία του Κωστή (Μάκης Παπαδημητρίου), ενός γιατρού λίγο μετά τα 40 που μετατίθεται στην Αντίπαρο ώστε να αναλάβει την τοπική κλινική. Το χειμώνα το νησί είναι ήσυχο, μοναχικό και χωρίς συγκινήσεις, ακριβώς όπως η ζωή του Κωστή ως τώρα.

Όταν όμως έρθει το καλοκαίρι, το τοπίο αλλάζει άρδην. Το νησί «βουλιάζει» από τουρίστες και η μονοτονία δίνει τη θέση της σε έναν εκρηκτικό συνδυασμό αισθήσεων και νεανικής κάψας. Η καθημερινότητα του Κωστή θα αλλάξει, ειδικά όταν γνωρίσει την 21χρονη Άννα (Έλλη Τρίγκου). Σταδιακά θα αρχίσει να βγαίνει με την παρέα της και στην πορεία η φιγούρα της θα του γίνει εμμονή, θέλοντας να ζήσει μονομιάς όλες τις ηδονές που έχει στερηθεί τόσον καιρό. Δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έχει πάει στραβά στη ζωή του, αλλά δεν έχει καθόλου σημασία, αφού εδώ μετράει το αποτέλεσμα. Και το άπλετο φως του καυτού ελληνικού καλοκαιριού δεν είναι ικανό να εμποδίσει τα σκοτάδια του Κωστή να έρθουν στην επιφάνεια.

Νέες αφίξεις στον χώρο της γεύσης, κριτικές εστιατορίων και όλα τα γαστρονομικά νέα

Όσο καταθλιπτικά είναι τα πρώτα λεπτά της ταινίας, στα οποία βλέπουμε τη χειμερινή ζωή στην Αντίπαρο, τόσο απολαυστική φαντάζει η συνέχεια. Ο Κωστής γνωρίζει την Άννα και την παρέα της και ακόμη και αν αυτή η σύζευξη φαίνεται αταίριαστη, αρκεί για να δείξει τη μέθη της νιότης και πώς αυτή εκρήγνυται τα καλοκαίρια. Όμως καθώς κάνουν περισσότερη παρέα, ο Κωστής πιστεύει πως όντως ανήκει ανάμεσά τους και ότι μπορεί να έχει μέλλον με την Άννα. Και όση περισσότερη οικειότητα αποκτά, βγάζει όλα τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα του, με απρόβλεπτες συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους. Το δεύτερο μισό τώρα είναι πραγματικά δύσκολο και άβολο στην παρακολούθηση, υπό την έννοια ότι λειτουργεί σαν ταινία τρόμου, με τη διαφορά ότι εδώ το τέρας είναι ο ίδιος ο εαυτός. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν επιβραβεύει το θεατή, ο οποίος μένει καθηλωμένος στην οθόνη, ούτε ότι λείπει το χιούμορ. Παρά το γενικότερο σκοτάδι και το δύσκολο θέμα, υπάρχει εγγυημένο γέλιο, μερικές φορές ακόμη και πάνω σε σκληρές δραματικές σκηνές.

Και αν ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι εξαιρετικός και δε θα μπορούσε να λειτουργήσει η ταινία χωρίς αυτόν, το φανταζόμασταν. Είναι ένας ηθοποιός που χρειαζόταν το ελληνικό σινεμά και για αυτό αξιοποιείται δεόντως. Η αποκάλυψη του φιλμ είναι ωστόσο η Έλλη Τρίγγου, υποδυόμενη τη νεαρή Άννα. Εκτός από τη λάμψη και τη φρεσκάδα που διαθέτει, δίνει βάθος στο χαρακτήρα της, ο οποίος πολύ εύκολα θα μπορούσε να αποτελέσει μονάχα ένα αντικείμενο του πόθου για τον Κωστή.

Ταξιδεύουμε στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γνωρίζουμε τον κόσμο και τις ομορφιές του! 

Το «Suntan» είναι μια από τις καλύτερες και πιο ουσιαστικές ελληνικές ταινίες των τελευταίων ετών. Δεν έχει σκοπό να σε κάνει να περάσεις καλά, αλλά την ίδια στιγμή θα σε κάνει να θέλεις να περάσεις τις φετινές σου διακοπές στην Αντίπαρο. Και αυτό είναι το νόημα. Ναι, σε πολλά σημεία θα νιώσεις την ανάγκη να στρέψεις το βλέμμα σου μακριά από την οθόνη, αλλά μόλις τελειώσει η προβολή, εύκολα θα ξανάβλεπες την ταινία στο καπάκι. Η σκηνοθετική ματιά του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου είναι φρέσκια, η φωτογραφία του Χρήστου Καραμάνη είναι δροσερή και δε βλέπουμε κανένα λόγο να μη στηρίξτε το ελληνικό σινεμά σε μια από τις πολύ καλές στιγμές του της έτσι κι αλλιώς πολύ καλής σε επίπεδο δημιουργικότητας τρέχουσας δεκαετίας.

Η ταινία «Suntan» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Odeon.

Γιάννης Μόσχος

[email protected]