Χάρβεϊ Καϊτέλ, ο χολιγουντιανός σταρ που αγάπησε την Ελλάδα

keitel
ΤΕΤΑΡΤΗ, 13 ΜΑΙΟΥ 2015

Ήρεμη δύναμη, ο Αμερικανός Χάρβεϊ Καϊτέλ, κλέινει σήμερα, ημέρα έναρξης του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ των Καννών, τα 76 του χρόνια. Αγαπημένος συνεργάτης και φίλος του αείμνηστου Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο Καϊτέλ έχει μία ξεχωριστή σχέση με το ελληνικό κοινό. Και εμείς του ανταποδίδουμε την αγάπη και τον αμέριστο θαυμασμό μας.

Ιδιαίτερος και διορατικός καλλιτέχνης, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ έχει αφήσει τη δική του πινελιά στον κινηματογράφο με τους δεκάδες ρόλους του από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και σήμερα, πολλοί από τους οποίους έχουν αγαπηθεί ιδιαιτέρως από τον κόσμο.

Γεννημένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 13 Μαΐου 1939, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ ήταν το παιδί μεταναστών από τη Ρουμανία και την Πολωνία. Οι γονείς του είχαν ένα κυλικείο το οποίο δούλευαν, ενώ ο πατέρας του εργαζόταν παράλληλα και σε μια βιοτεχνία με καπέλα.

Μεγάλωσε με τους γονείς του, την αδερφή και τον αδερφό του στο Μπρούκλιν και στα 16 του αποφασίζει να μπει στους πεζοναύτες, με τους οποίους λίγο αργότερα βρίσκεται στο Λίβανο. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες στη συνέχεια, ξεκίνησε να πουλάει παπούτσια, ενώ έπειτα εργάστηκε για πολλά χρόνια ως στενογράφος, βγάζοντας αρκετά χρήματα ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του.

Η υποκριτική και ο Σκορτσέζε

Όταν άρχισε να κατευθύνεται προς μια καριέρα στην υποκριτική, ξεκίνησε μαθήματα στο HB Studio της Νέας Υόρκης, κερδίζοντας στην αρχή διάφορους ρόλους σε παραστάσεις Off-Broadway. Εκείνο το διάστημα ήταν που πέρασε από οντισιόν για την ταινία «Ποιος χτυπά την πόρτα μου;» με σκηνοθέτη τον Μάρτιν Σκορτσέζε και κέρδισε ένα μικρό ρόλο, κάνοντας μια πρώτη γνωριμία με ένα σκηνοθέτη που πρόκειται να συνεργαστεί πολύ στο μέλλον.

Το 1967 έχει επίσης ένα μικρό ρόλο ως στρατιώτης στο «Reflections in a golden eye» του Τζον Χιούστον, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του στα credits και την ίδια χρονιά κερδίζει τον πρώτο πρωταγωνιστικό του ρόλο στη δραματική ταινία «I call first» του Σκορτσέζε, υποδυόμενος τον J.R., έναν κλασικό ιταλο-αμερικανό στη Νέα Υόρκη.

Περνώντας από διάφορες τηλεοπτικές δουλειές, το 1973 βρίσκεται σε… «Κακόφημους δρόμους» με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και τον Σκορτσέζε, και πάλι στις σκηνοθετικές οδηγίες, και το 1974 ο διάσημος σκηνοθέτης τον επιλέγει στην ταινία του «Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ» με την Έλεν Μπέρστιν, η οποία μάλιστα κερδίζει το Όσκαρ.

Το 1976 πλάι του βρίσκονται ξανά ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και ο Σκορτσέζε στην πασίγνωστη και δημοφιλή ταινία «Ο ταξιτζής» και καθώς ο Ντε Νίρο απηύθυνε στον καθρέφτη του «are you talkin’ to me?», ο Καϊτέλ υποδυόταν τον προαγωγό της (15χρονης τότε) Τζόντι Φόστερ, κερδίζοντας βράβευση β’ αντρικού ρόλου από τους κριτικούς της Νέας Υόρκης.

Το 1977 σκηνοθετείται από τον Ρίντλεϊ Σκοτ –στον οποίο μάλιστα αρχικά δεν ήθελε να δώσει ευκαιρία, λόγω της εμπορικότητας της δουλειάς του- στη δραματική περιπέτεια «The duelists» και συνεχίζοντας με διάφορους μικρότερους ή μεγαλύτερους ρόλους, το 1979 ξεκινά συνεργασία με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα για την πολεμική ταινία-αριστούργημα «Αποκάλυψη τώρα».

Ο ρόλος που αρχικά δίνεται στον Καϊτέλ είναι αυτός του λοχαγού Γουίλαρντ, η συνεργασία τους, όμως, δεν προχωράει και ο ρόλος περνάει τελικά στον Μάρτιν Σιν με τον Καϊτέλ να μένει εκτός ταινίας. Εν τω μεταξύ, τον Μάρτιν Σιν τον συναντά και στο γουέστερν «Eagle’s wind», με το οποίο «κλείνει» τη δεκαετία του ’70.

Κάπου μεταξύ Ευρώπης και Χόλιγουντ

Ανάμεσα σε Χόλιγουντ και ευρωπαϊκό κινηματογράφο, ο Καϊτέλ συνεχίζει τη σκληρή δουλειά και τη δεκαετία του ’80, τόσο στη μεγάλη οθόνη, όσο και στο θέατρο. Το 1980 απαρτίζει το πρωταγωνιστικό καστ του θρίλερ «Saturn 3» μαζί με τη Φάρα Φόσετ και τον Κερκ Ντάγκλας, χωρίς όμως η ταινία να σημειώνει επιτυχία ή καλές κριτικές, και το 1982 ζει την ευτυχία και στην προσωπική του ζωή, όταν παντρεύεται την αγαπημένη του Λορέιν Μπράκο, ηθοποιό, παραγωγό και σκηνοθέτη, με την οποία αποκτά και ένα παιδί. Ο γάμος τους θα κρατήσει μέχρι το 1993, στο μεταξύ, όμως, ο Καϊτέλ ενσαρκώνει διάφορους μικρότερους ή μεγαλύτερους ρόλους.

Το 1982 συναντά επίσης τον Τζακ Νίκολσον στο πρωταγωνιστικό καστ του «The border» του Τόνι Ρίτσαρντσον και στη συνέχεια βρίσκεται στην ιταλο-γαλλική παραγωγή με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, με τίτλο «La nuit de Varennes». Η δραματική, μουσική ταινία «Exposed» τον φέρνει κοντά με τη Ναστάζια Κίνσκι και τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ το 1983 και το 1984 συνεργάζεται ξανά με τον καλό του φίλο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και τη Μέριλ Στριπ στην αισθηματική, δραματική ταινία «Falling in love». Ακολουθούν ιταλικές («Camorra»), ισπανικές («El caballero del dragon») και άλλες ευρωπαϊκές, και μη, παραγωγές και το 1986 βρίσκεται στην κομεντί «Οι εξυπνάκηδες» με τον Ντάνι Ντε Βίτο και τον Τζο Πίσκοπο.

Συνεχίζοντας το «πέρα-δώθε» με ευρωπαϊκές και αμερικάνικες παραγωγές, το 1988 ο Μάρτιν Σκορτσέζε του αναθέτει το ρόλο του Ιούδα και με τον Γουίλεμ Νταφόε στο ρόλο του Ιησού, βρίσκεται στο καστ της ταινίας «Ο τελευταίος πειρασμός», η οποία βασίστηκε στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη και προκάλεσε κύμα αντιδράσεων, με διάφορες χώρες όπως την Τουρκία, το Μεξικό, τη Χιλή και την Αργεντινή να απαγορεύουν την προβολή της για αρκετά χρόνια – στις Φιλιππίνες και τη Σιγκαπούρη, μάλιστα, η προβολή της εν λόγω ταινίας ακόμη απαγορεύεται.

Όσο, όμως, κι αν ο Καϊτέλ είναι εξοικειωμένος με το ρόλο του «κακού», ο Ιούδας φαίνεται πως δεν του πήγαινε και το όνομα του βρέθηκε υποψήφιο για Χρυσό Βατόμουρο.

Μετά τον «Τελευταίο πειρασμό» βρίσκεται ξανά προς Ιταλία μεριά με το «La sposa Americana» και το 1989 απαρτίζει το καστ της ταινίας μυστηρίου «The January man» με τον Κέβιν Κλάιν και τη Σούζαν Σάραντον.

Το 1990, ο Τζακ Νίκολσον κάθεται στη θέση του σκηνοθέτη και δίνει οδηγίες στον Χάρβεϊ Καϊτέλ στη δραματική κομεντί «The two Jakes», χωρίς, όμως, ούτε η ταινία, ούτε ο ίδιος να σημειώσουν ιδιαίτερη επιτυχία και το 1991 υποδύεται το συμπονετικό αστυνομικό που προσπαθεί να πιάσει τις δύο φίλες Θέλμα και Λουίζ (Τζίνα Ντέιβις και Σούζαν Σάραντον) στην ταινία «Thelma & Louise» του Ρίντλεϊ Σκοτ. Η δουλειά αυτή αποτελεί μια από τις πρώτες ταινίες που κάνουν διάσημο τον Μπραντ Πιτ, ενώ ο Καϊτέλ βραβεύεται από την Αμερικανική Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου.

Την ίδια χρονιά συμπρωταγωνιστεί με τον Γουόρεν Μπίτι και την Ανέτ Μπένινγκ στη βραβευμένη με 2 Όσκαρ ταινία «Bugsy» για τη ζωή του Αμερικανού γκάνγκστερ Μπάγκσι Σίγκελ, όπου ο Καϊτέλ υποδύεται τον επίσης γκάνγκστερ και μέλος της εβραϊκής μαφίας, Μίκι Κοέν. Η ερμηνεία του τον φέρνει υποψήφιο για Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου και Χρυσής Σφαίρας και κερδίζει για άλλη μια φορά την εκτίμηση κοινού και κριτικών.

Καϊτέλ και Ταραντίνο

Το 1992 ξεκινά η κινηματογραφική σχέση του διάσημου Αμερικανού σκηνοθέτη Κουέντιν Ταραντίνο με τον ταλαντούχο ηθοποιό, στο «Reservoir dogs», όπου ο Καϊτέλ υποδύεται τον συνειδητοποιημένο εγκληματία Mr. White. Ο Ταραντίνο, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε σημειώσει επιτυχία, έδωσε το σενάριο στον Καϊτέλ, που δέχτηκε να χρηματοδοτήσει την ταινία και φυσικά να έχει έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Το «Reservoir dogs» έκανε καλό τόσο στην καριέρα του Ταραντίνο, όσο και του Καϊτέλ και οι δυο τους ένωσαν τις δυνάμεις τους ξανά στο «Pulp fiction» το 1994 με τον Τζον Τραβόλτα, την Ούμα Θέρμαν και τον Σάμιουελ Τζάκσον. Στην εν λόγω ταινία –η οποία χάρισε Όσκαρ σεναρίου στον Ταραντίνο- ο Καϊτέλ υποδύεται και πάλι έναν άνθρωπο του υποκόσμου, τον Mr. Wolf, ειδικό στο να καθαρίζει τον τόπο του εγκλήματος.

Όπως ο ίδιος αναφέρει σήμερα, οι δύο αυτοί ρόλοι τον χαρακτηρίζουν μάλλον περισσότερο απ’ όλους, αφού όταν τον βλέπει κόσμος στο δρόμο τον φωνάζει ή Mr. Wolf ή Mr. White.

Οι συνεργασίες τους δεν σταμάτησαν εκεί, αλλά συνεχίστηκαν και το 1996 με το «Από το σούρουπο ως την αυγή» (του οποίου σκηνοθέτης ήταν ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, αλλά ο Ταραντίνο έγραψε το σενάριο), ταινία που χάρισε στον διάσημο ηθοποιό υποψηφιότητα για βραβείο Saturn.

Σαν ηθοποιοί, κι όχι σαν ηθοποιός-σκηνοθέτης, συνεργάστηκαν και το 2000 στην κομεντί φαντασίας «Little Nicky» με τον Άνταμ Σάντλερ, ενώ το 2009, ο Καϊτέλ αν και δεν βρίσκεται στο καστ της ταινίας, «δανείζει» τη φωνή του στο «Άδωξοι μπάσταρδη» του Ταραντίνο, όπου συναντάμε τον Μπραντ Πιτ, τον Κριστόφ Βαλτς, την Νταϊάν Κρούγκερ κ.ά.

Καριέρας ...συνέχεια

Ο ρόλος του γκάνγκστερ φαίνεται πως του ταιριάζει αρκετά, αφού για άλλη μια φορά υποδύεται το μαφιόζο στην κωμωδία «Τρελές αδερφές» με τη Γούπι Γκόλντμπεργκ, η οποία σημειώνει εμπορική επιτυχία, με εισπράξεις 231 εκατομμυρίων δολαρίων.

Στη συνέχεια ερμηνεύει έναν αστυνομικό που δεν αποτελεί ακριβώς πρότυπο στο «Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη» σκηνοθεσίας Άμπελ Φεράρα, και το 1993 πρωταγωνιστεί μαζί με τη Χόλι Χάντερ στα «Μαθήματα πιάνου», αφήνοντας για λίγο τις γκανγκστερικές περιπέτειες και κερδίζοντας βράβευση από το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Τα επόμενα χρόνια συναντά τον Σον Κόνερι στο «Rising sun», τη Μαντόνα στο «Επικίνδυνο παιχνίδι» του Φεράρα, τον Λου Ριντ και τον Μάικλ Τζ. Φοξ στο «Λίγος καπνός ακόμα», ενώ το 1995 σκηνοθετείται από τον αξέχαστο Θόδωρο Αγγελόπουλο στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», συναντώντας διάφορους Έλληνες ηθοποιούς, μεταξύ τους και το Θανάση Βέγγο.

Ο Καϊτέλ, μάλιστα, είχε δηλώσει για τον Αγγελόπουλο ότι τον αγαπά και τον θεωρεί έναν από τους πιο ξεχωριστούς ανθρώπους, που τον έκανε να νιώσει τι σημαίνει άνθρωπος.

Την ίδια χρονιά ο «Καπνός» του χαρίζει βράβευση από το φεστιβάλ του Βερολίνου μεταξύ άλλων, και το 1997 μπαίνει ξανά στη δράση με το «Cop land» και τον Σιλβέστερ Σταλόνε, συναντώντας και πάλι τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο καστ.

Λίγο πριν φύγει η δεκαετία κι έχοντας περάσει από τα πλατό πολλών ταινιών, συμπρωταγωνιστεί με την Κέιτ Γουίνσλετ στη δραματική ταινία «Holy smoke», ενώ το 2000 βρίσκεται υποψήφιος για βραβείο Blockbuster Entertainment με την ταινία δράσης «U-571».

Ο διχασμός του ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική φυσικά συνεχίζεται και την επόμενη δεκαετία, και γυρνώντας αρκετές ταινίες και στις δύο ηπείρους, το 2001 σκηνοθετείται από τον Ούγγρο Ιστβαν Ζάμπο στη δραματική, πολεμική ταινία «Taking sides».

Το 2002 βρίσκεται στο… παρεάκι του Χάνιμπαλ Λέκτερ στο «Red dragon» του Μπρετ Ράτνερ, μαζί με τον Έντουαρντ Νόρτον, τον Άντονι Χόπκινς και τον Ρέιφ Φάινς, όπου υποδύεται τον Τζακ Κρόφορντ, στέλεχος του FBI, σε μια ταινία με υψηλές εισπράξεις που ξεπερνούν τα 200 εκατομμύρια δολάρια. Τη χρονιά αυτή παντρεύεται και τη δεύτερη γυναίκα του, τη Ντάφνα Κάστνερ, επίσης ηθοποιό, με την οποία αποκτά ένα γιο το 2004, ενώ άλλον ένα γιο είχε αποκτήσει λίγο νωρίτερα, το 2001, από τη σχέση του με τη Λίζα Καρμάζιν, όντας σήμερα πατέρας 3 παιδιών και νονός του γιου του καλού του φίλου Μάικλ Μάντσεν.

Κάνοντας μερικά βήματα μακριά από το Χόλιγουντ με την κομεντί δράσης «Crime spree» (2003) με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ, με το ισπανικό «El misterio Galíndez» (2003), με το «Dreaming of Julia» (2003) κ.ά, το 2004 επιστρέφει στη χολιγουντιανή δράση με τον Νίκολας Κέιτζ και το «Στα ίχνη του χαμένου θησαυρού» σκηνοθεσίας Τζον Τερτελτάουμπ, όπου υποδύεται και πάλι στέλεχος του FBI.

Η ταινία γεμίζει τα ταμεία με 347 εκατομμύρια δολάρια και το 2007 κυκλοφορεί το σίκουελ, «Στα ίχνη του χαμένου θησαυρού: το βιβλίο με τα μυστικά», όπου ο Καϊτέλ αναβιώνει το ρόλο του και οι εισπράξεις φτάνουν τα 457 εκατομμύρια δολάρια αυτή τη φορά.

Άλλες τελευταίες συνεργασίες του Καϊτέλ, είναι για πολλοστή φορά με τον Ντε Νίρο στο «The bridge of San Luis Rey» (2004), στην κομεντί «Be cool» (2005) με τον Τζον Τραβόλτα και την Ούμα Θέρμαν, στο ιταλο-αγγλικό θρίλερ «Il mercante di pietre», στο «Λάθος στροφή στο Τάχο» με τον Κούμπα Γκούντινγκ τζούνιορ, ενώ ένα πέρασμα κάνει και από την κωμωδία «Γονείς της συμφοράς» (2010) με τον Μπεν Στίλερ, συναντώντας και –ποιον άλλο;- τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο πλατό.

Ακολουθούν δύο συνεργασίες με τον Γουές Άντερσον, το Moonrise Kingdom (2012) και το The Grand Budapest Hotel. Αργότερα τον σκηνοθετεί η Ναντίν Λαμπακί, στο Rio, I Love you, ένα καλλιτεχνικό πόνημα 12 σκηνοθετών. Φέτος, με τον Πάολο Σορεντίνο, ο οποίος είναι υποψήφιος για Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες που ξεκινούν σήμερα, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ είναι πρωταγωνιστής στο Youth, μαζί με τον Μάικλ Κέιν και τις Ρέιτσελ Βάις και Τζέιν Φόντα. Παράλληλα, πρωταγωνιστεί στο Gandhi of the Month και στο Chosen.
 
Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ έχει επίσης τη δική του εταιρεία παραγωγής, «The Goatsingers», μαζί με τη συνέταιρο Πέγκι Γκόρμλι, ενώ ζει στη Νέα Υόρκη, διατηρώντας κι ένα σπίτι στην Καλιφόρνια. Κι όσα χρόνια κι αν περάσουν, ακολουθεί πιστά το μότο του ότι αν αναζητάς την εμπειρία έχεις μεγαλύτερη πιθανότητα να ζήσεις μια «γεμάτη» ζωή, από το να κυνηγάς συνεχώς τα λεφτά.

Ενδεικτική φιλμογραφία: «I call first» (1967), «Mean streets» (1973), «Alice doesn’t live here anymore» (1974), «That’s the way of the world» (1975), «Taxi driver» (1976), «Mother, jugs and speed» (1976), «Welcome to L.A.» (1976), «The duellists» (1977), «Blue collar»(1978), «Fingers» (1978), «Saturn 3» (1980), «Bad timing» (1980), «The border» (1982), «La nuit de Varennes» (1982), «Copkiller» (1983), «Exposed» (1983), «Falling in love» (1984), «Camorra» (1985), «Blindside» (1986), «Off beat» (1986), «Wise guys» (1986), «L’inchiesta» (1986), «Grandi cacciatori» (1988), «The last temptation of the Christ» (1988), «La sposa americana» (1988), «Due occhi diabolici» (1990), «The two Jakes» (1990), «Thelma & Louise» (1991), «Bugsy» (1991), «Reservoir dogs» (1992), «Sister act» (1992), «Bad lieutenant» (1992), «Point of no return» (1993), «The piano» (1993), «Rising sun» (1993), «Dangerous game» (1993), «Pulp fiction» (1994), «Imaginary crimes» (1994), «Blue in the face» (1995), «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), «Smoke» (1995), «Clockers» (1995), «From dusk till dawn» (1996), «Head above water» (1996), «Shadrach» (1998), «Lulu on the bridge» (1998), «Three seasons» (1999), «Holy smoke» (1999), «U-571» (2000), «Little Nicky» (2000), «The grey zone» (2001), «Taking sides» (2001), «Ginostra» (2002), «Red dragon» (2002), «Beeper» (2002), «Crime spree» (2003), «Dreaming of Julia» (2003), «National treasure» (2004), «Be cool» (2005), «The shadow dancer» (2005), «A crime» (2006), «National treasure: book of secrets» (2007), «The ministers» (2009), «Wrong turn at Tahoe»(2009), «Little Fockers» (2010), «The last Godfather» (2010), «Moonrise kingdom» (2012), «The Grand Budapest Hotel» (2013), «Rio, I love you» (2014).