Ο Γερμανός εικαστικός Gregor Schneider «καμουφλάρει» την πλατεία Ομονοίας

Ο Gregor Schneider φωτογραφίζεται στην ταράτσα του ξενοδοχείου Classical Acropol με φόντο την «καμουφλαρισμένη» πλατεία.

Το πρότζεκτ «Invisible City» μεταμορφώνει την πλατεία Ομονοίας σε ουδέτερη ζώνη από τις 8 έως τις 21 Μαΐου, στο πλαίσιο του τέταρτου Fast Forward Festival της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

«Τι είδους χώρο χρειάζεται κανείς για να αισθάνεται ελεύθερος;» αναρωτιόταν ο Γερμανός εικαστικός και γλύπτης δέκα χρόνια πριν, όταν τοποθετούσε 21 κελιά από συρματόπλεγμα στην πολυσύχναστη παραλία Μπόντι, στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, στο πλαίσιο του έργου 21 Beach Cells. Ήταν ένα ακόμα απρόβλεπτο πρότζεκτ που έβαζε στην ίδια πρόταση τις λέξεις ελευθερία και φυλάκιση, ένα δίπολο που κατέχει εξέχουσα θέση στο έργο του κορυφαίου καλλιτέχνη.

Στην Αθήνα, ο Schneider επιστρέφει στον εξόχως πολιτικό δημόσιο χώρο με το ρηξικέλευθο έργο «Invisible City» (Αόρατη πόλη). Μέσα από τη συγκεκριμένη δράση, ο βραβευμένος με Χρυσό Λέοντα (Μπιενάλε Βενετίας, 2001) καλλιτέχνης παρεμβαίνει στον αθηναϊκό δημόσιο χώρο, φέρνοντας αυτή τη φορά στο προσκήνιο τα δίπολα ορατότητα-αορατότητα, ιδιωτικό-δημόσιο, φαντασία-πραγματικότητα.

Στο πλαίσιο του «Invisible City», ένα γιγάντιο πανί θα καλύπτει για δύο εβδομάδες την ιστορική πλατεία, καθιστώντας την αόρατη τόσο από ψηλά (πχ. μέσω drone) όσο και από τους χάρτες της Google. Κοιτώντας ψηλά, ο επισκέπτης της πλατείας θα μπορεί να δει τον ουρανό φιλτραρισμένο μέσα από το πανί του Schneider, που θα λειτουργεί σαν υπόστεγο για τους περαστικούς. Αντίστοιχα, κοιτώντας από ψηλά (πχ. από κάποια ταράτσα), το μόνο που θα μπορεί να διακρίνει κανείς ρίχνοντας το βλέμμα του προς την πλατεία είναι το πανί που σκεπάζει το μεγαλύτερο μέρος της.

Το καμουφλάζ της Ομόνοιας αντλεί έμπνευση από τις περίφημες καμουφλαρισμένες τοποθεσίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως τα εργοστάσια κατασκευής αεροσκαφών της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, τα οποία στη διάρκεια του πολέμου καλύπτονταν με γιγαντιαία σακίδια από το φόβο των ιαπωνικών βομβαρδισμών, αλλά και τη Συρία του σήμερα, όταν οι κάτοικοι αναγκάζονται να «καμουφλάρονται» κατά τις μετακινήσεις τους για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς. Όπως σε αυτές τις πραγματικές περιπτώσεις, έτσι και στο έργο του Schneider η τεχνική του καμουφλάζ αλλοιώνει την εικόνα του φυσικού και αστικού τοπίου, επεμβαίνοντας έτσι στην πρόσληψη της πραγματικότητας. «Η φαντασία μας κατασκευάζει την πραγματικότητα» παρατηρεί άλλωστε ο ίδιος.

Η επιλογή της πλατείας Ομονοίας ως τοποθεσία της νέας του δράσης του έγινε μέσα από μια πρόχειρη αναζήτηση στο Internet όπως ο ίδιος αποκαλύπτει: «Γκούγκλαρα (sic) τη λέξη Αθήνα και η Ομόνοια εμφανίστηκε ως ο ομφαλός της». Ο Schneider έχει συνηθίσει να έρχεται σε επαφή με «δύσκολους» τόπους μέσω της εννοιολογικής τέχνης. Άλλωστε, γεννήθηκε στην πόλη Ράιντ της Βόρειας Ρηνανίας, που είναι επίσης η γενέθλια πόλη του υπουργού Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας, Γιόζεφ Γκέμπελς.

«Η δυσκολία τού να δουλεύεις σε εξωτερικό χώρο έγκειται στο ότι έρχεσαι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα» συνεχίζει, αναφερόμενος στο έργο του στην πλατεία της Ομόνοιας, η ιστορία της οποίας συνεχίζει να γράφεται μέχρι σήμερα, καθώς στα τσιμέντα της φιλοξενούνται δραστηριότητες που συνδέονται άρρηκτα με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι ολόκληρης της χώρας (πχ. άστεγοι και πρόσφυγες κοιμούνται και στήνουν αυτοσχέδια «καταφύγια», τοξικομανείς κάνουν χρήση στα πέριξ της). Μέσα από το καμουφλάζ των χρήσεών της, το «Ιnvisible City» σκιαγραφεί με τον πιο σχηματικό τρόπο τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, θίγοντας ταυτόχρονα τις έννοιες του ελέγχου και της ατομικής ελευθερίας.

Το τελευταίο επιτυγχάνεται μέσα από μία ακόμα συνθήκη: την αορατότητα της Ομόνοιας από το άγρυπνο μάτι του Google Maps. Μέσα από την «εξαφάνιση» της πλατείας από τη σφαίρα του Διαδικτύου, ο καλλιτέχνης ανοίγει το διάλογο γύρω από το την έννοια της ελευθερίας σε μια εποχή που εμείς οι ίδιοι έχουμε παραδώσει οικειοθελώς «τα κλειδιά» του ιδιωτικού μας χώρου στη ζώνη του internet και των social media.

Η Ομόνοια τη νύχτα (2011).

Δέκα χρόνια μετά τα κελιά του Σίδνει, το ζήτημα της ατομικής ελευθερίας είναι πιο επίκαιρο από ποτέ τόσο στον προβληματισμό του δημιουργού, όσο και στον δημόσιο διάλογο γενικότερα. Ένα ζήτημα που αναμφίβολα ανασύρει και το «Invisible City», προκαλώντας μας να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα που έθετε ο ίδιος το 2007. Αλήθεια, τι είδους χώρο χρειάζεται κανείς για να νιώσει ελεύθερος;

Ο Gregor Schneider, κορυφαίος εικαστικός και γλύπτης, εκπρόσωπος της εννοιολογικής τέχνης με υπαρξιακές διαστάσεις, γεννήθηκε το 1969 στην πόλη Ράιντ της Βόρειας Ρηνανίας. Το ενδιαφέρον του Σνάιντερ για την τέχνη ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Σε ηλικία 16 ετών παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση, με το σκοτεινό τίτλο «Περί εφηβικής κατάθλιψης» (Pubertäre Verstimmung), στην γκαλερί Kontrast της πόλης Μενχενγκλάντμπαχ. Την περίοδο 1989-92 σπούδασε στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, του Μύνστερ και του Αμβούργου. Από τις αρχές τις δεκαετίας του ’90, το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται και να φιλοξενείται με εκθέσεις σε σημαντικές γκαλερί και μεγάλα μουσεία.

Info
«Ιnvisible City»
Πλατεία Ομονοίας, Αθήνα
Διάρκεια: 8 έως 21 Μαΐου

Συντελεστές
Σύλληψη - Σχεδιασμός: Gregor Schneider
Επιμέλεια Πρότζεκτ: Κάτια Αρφαρά
Επιμέλεια & Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός εγκατάστασης: Γιώτα Πασσιά, Παναγιώτης Ρούπας
Τεχνικός Βοηθός: Kamil Jackiewicz
Ανάθεση: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση / Fast Forward Festival

ΣΟΦΙΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ / skanel@clickatlife.gr

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • CULTURE