Οι εποχές κρασιού και λουλουδιών του Αλέξη Σταμάτη

Ο συγγραφέας θυμάται για λογαρισμό μας μια γιορτινή βραδιά που ένα όνειρο του ενέπνευσε ένα από τα πιο αγαπημένα του ποιήματα.

Εποχές κρασιού και λουλουδιών, αρχές δεκαετίας '80. Τότε που, όταν βγαίναμε έξω, δεν ξέραμε σε ποιο νησί θα ξυπνήσουμε το πρωί και γράφαμε αυτά τα τραγελαφικά κείμενα. Είμαι καλεσμένος σε ρεβεγιόν που προβλέπεται να είναι το πάρτι της χρονιάς. Από το μεσημέρι έχω αρχίσει τις βότκες. Κατά τις οκτώ πέφτω για έναν υπνάκο έχοντας βάλει το ξυπνητήρι στις δέκα και μισή.

Το ίδιο όνειρο. Είμαι στην άκρη ενός βουνού μπροστά σε ένα παγόβουνο που αρχίζει να μετακινείται περί τον άξονά του. Η κορυφή του είχε γείρει προς τα δεξιά, και το κάτω μέρος ανεβαίνει στην επιφάνεια. Η λευκή πυραμίδα στρέφεται γύρω από το κέντρο βάρους της. Η κορυφή του τριγώνου γέρνει προς τη θάλασσα. Κοιτάζω. Ο ορίζοντας παράλληλος. Η θάλασσα ομαλή συνέχεια. Όλα είναι στη θέση τους, όπως ήταν για χρόνια, αιώνες τώρα. Μόνο το παγόβουνο γυρίζει γύρω από τον άξονά του, σαν να το περιστρέφει μία υποθαλάσσια τροχαλία. Η μύτη του έχει σχεδόν αγγίξει την επιφάνεια της θάλασσας κι από αριστερά διακρίνεται το ανασυρμένο μέρος, ένα τεράστιο κομμάτι γύρω στις πέντε φορές ψηλότερο από εκείνο που εξείχε προηγουμένως.

Ο ήλιος είχε δυναμώσει· το φως είναι εκτυφλωτικό, οι ακτίνες σαν να χουν αποκτήσει μια πρόσθετη λάμψη. Τα σύννεφα αρχίζουν να διαλύονται και το χρώμα του ουρανού να ξανοίγει. Η στροφή εξακολουθεί με σταθερή ταχύτητα, ώσπου κάποια στιγμή το παγόβουνο έχει ολοκληρώσει μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και είχε αντικατασταθεί από ένα άλλο όγκο, αλλά ακανόνιστο, που μοιάζει με κόλουρο κώνο, έναν όγκο πέντε - έξι φορές μεγαλύτερο από το προηγούμενο.

Κι εκεί, εγκλωβισμένος μέσα στον πάγο, σε στάση ύπτια είναι ένας λιγνός όγκος στο χρώμα του σταριού- όγκος ανθρώπινος, ένα γυμνό σώμα. Οι διαστάσεις του είναι υπερφυσικές σαν να είχε μεγεθυνθεί δεκάδες φορές. Το σώμα έχει ένα πρόσωπο. Και το πρόσωπό αυτό είμαι εγώ.

Ξυπνάω στις πεντέμισι το πρωί. Τηλεφωνώ στο πάρτι κι η οικοδεσπότης με πληροφορεί πως έχουν αρχίσει να το διαλύουν, λέγοντας μου πόσο υπέροχο ήταν, το τι έχασα κλπ. Σπίτι μόνος, με το χριστουγεννιάτικο δέντρο να αναβοσβήνει. Το γλυκό φως από το χάραμα βάφει το σαλόνι μ’ ένα θεϊκό παλ.

Βάζω Λεό Φερέ στο πικάπ (εποχή βινυλίου), τελειώνω το υπόλοιπο της βότκας, πιάνω το μολύβι (εποχή χειρόγραφων) και μέχρι τις δέκα το πρωί είχα γράψει μερικά από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα της περιόδου. Αργότερα δε το όνειρο αυτό βρήκε τη θέση του σε ένα αγαπημένο μου βιβλίο.

Πάντα μ’ άρεσαν τα διηγήματα με χάπι εντ που απέπνεαν μια εσάνς παλιών Χριστουγέννων. Ειδικά σήμερα. Που τα αναζητά κανείς. Τόσο. Κι όποιος κατάλαβε. 

Το νέο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη «Μοτέλ Μορένα» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • CULTURE