Who is Who: Nick Cave

who-is-who-nick-cave

ΣΑΒΒΑΤΟ, 02 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

Ένας από τους πιο αγαπητούς στο ελληνικό κοινό καλλιτέχνες, ο Αυστραλός Nick Cave πλάθει για χρόνια τις σκοτεινές του ιστορίες, γεμάτες φονικά, έρωτα και μυστήριο.

- Ο Cave γεννήθηκε στη Victoria της Αυστραλίας το 1957. Γιος ενός δασκάλου και μιας βιβλιοθηκάριου, μεγαλώνοντας έδειξε την απέχθεια του στη μικροαστική ζωή, μπλέκοντας συνεχώς σε καυγάδες με άλλα αγόρια της ηλικίας του. Οι γονείς του τον έστειλαν εσωτερικό σε ένα σχολείο στη Μελβούρνη, όπου και έγινε μέλος της χορωδίας και άρχισε τα μαθήματα πιάνου.

- Τα μπλεξίματά του με τον νόμο όμως, δε σταμάτησαν. Ο θάνατος του πατέρα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν ο Cave ήταν 19 χρονών, τον σημάδεψε. Πληροφορήθηκε για το γεγονός όταν η μητέρα του πλήρωνε την εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος μετά από τη σύλληψη του για ληστεία. Όπως αργότερα δήλωσε, ο πατέρας του έφυγε όταν ο ίδιος ήταν στην πιο μπερδεμένη φάση της ζωής του, αφήνοντάς του ένα κενό, μέσα στο οποίο οι σκέψεις του έγιναν λέξεις με νόημα. Λίγο καιρό αργότερα, άρχισε η ενασχόλησή του με τις τέχνες, αρχικά με τη ζωγραφική και μετά με τη μουσική. Παράλληλα όμως, άρχισε και τη χρήση ηρωίνης.

- Το 1973 ο Cave γνώρισε τον κιθαρίστα Mick Harvey και μαζί με τους Phill Calvert, John Cochivera, Brett Purcell και Chris Coyne, δημιούργησαν μια μπάντα με επιρροές από την punk σκηνή, διασκευάζοντας τραγούδια των Lou Reed και David Bowie και Alice Cooper. Το όνομα του group ήταν αρχικά The Boys Next Door, αλλά αργότερα υιοθέτησαν το όνομα The Birthday Party και άρχισαν να παίζουν δικό τους υλικό. Αν και η καριέρα τους ήταν βραχύβια, (από το 1977 μέχρι το 1983), άφησαν μια μεγάλη παρακαταθήκη στον πρώιμο punk ήχο, κρατώντας τον τίτλο των πρωτοπόρων της σκηνής στην πατρίδα τους.

- Στην Ευρώπη οι Birthday Party έγιναν γνωστοί από τις ζωντανές τους εμφανίσεις που είχαν άπειρο stage diving και βίαιες συμπεριφορές επί σκηνής. To φλερτ τους με την gothic σκηνή που τότε βρισκόταν στο ξεκίνημά της, είχε αρχίσει.

- Ο Cave αν και απεχθανόταν τον όρο gothic, χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους πρεσβευτές του κινήματος, αφού ήταν τακτικός θαμώνας του θρυλικού gothic club Batcave. Το single «Release The Bats», που σύμφωνα με τον Harvey ήταν μια προσπάθεια διακωμώδησης της σκηνής, ανήκει μέχρι σήμερα στους ύμνους των Goths. Το 1984, μετά από μερικά άκρως ταραχώδη αλλά δημιουργικά χρόνια, η μπάντα διαλύθηκε.

- Μαζί με την αγαπημένη και μούσα του, Anita Lane, μετακόμισαν στο Λονδίνο. H Lane είχε τεράστια επιρροή στα τραγούδια και τη ζωή του Cave και η σχέση τους ήταν ταραχώδης αλλά γεμάτη κοινά πάθη.

- Εκεί, ο Cave άρχισε να δημιουργεί το νέο του συγκρότημα, τους Bad Seeds, μαζί με τον Mick Harvey, τον Blixa Bargeld των Εinsturzende Neubauten, τον μπασίστα των Magazine, Barry Adamson και τον Jim Thirlwell. Αρχικά, οι υπόλοιποι λειτουργούσαν ως μπάντα που εμφανιζόταν μαζί με τον Cave στη solo πορεία του. Η μορφή αυτή δεν κράτησε όμως, πολύ και με την αποχώρηση του Bargeld, ο Cave γύρισε στην Αυστραλία, όπου πήρε στο συγκρότημά του τον μπασίστα των Birthday Party Tracy Phew και τον κιθαρίστα Hugo Race. Αρχικά, ονομάστηκαν Nick Cave and the Cavemen αλλά άλλαξαν το όνομα τους σε Nick Cave and the Bad Seeds ως φόρο τιμής στο EP των Birthday Party «The Bad Seed». Το πρώτο τους album, ήταν το «From Her To Eternity» το 1984.

- Μετά την αποχώρηση του Race και τον χωρισμό του Cave και της Anita Lane, τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη μετακόμισαν στο Βερολίνο για να ηχογραφήσουν το «The Fistborn is Dead», έντονα επηρεασμένο από την σκοτεινή Americana και τα blues. Οι θανατηφόρες ιστορίες για τις οποίες ο Cave φημίζεται στα τραγούδια του, κάνουν την εμφάνισή τους σε τραγούδια όπως το «Tupelo».

- Τα albums που ακολούθησαν έγραψαν ιστορία στη rock σκηνή της δεκαετίας του '80. Στο «Tender Prey» τους ακολούθησε ο Αμερικανός κιθαρίστας Kid Congo Powers. Η επιτυχία του συγκροτήματος άρχισε να φτάνει σε τεράστια ύψη. Λίγο μετά την κυκλοφορία αυτού του album, ο Cave μετακόμισε στη Βραζιλία. Το επόμενο album, «The Good Son» περιείχε μπαλάντες με το πιάνο σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα singles που ξεχώρισαν ήταν το «The Weeping Song» και το «The Ship Song». O Powers έφυγε λίγο αργότερα από το σχήμα και για άλλη μια φορά, η σύνθεση του group άλλαξε με την προσθήκη των Αυστραλών μουσικών Martyn Casey και Conway Savage.

- Το «Henry’s Dream» του 1992 σήμανε μια αλλαγή στον ήχο του γκρουπ, έχοντας περισσότερα hard rock στοιχεία, όπως και το «Let Love In». Οι σκοτεινές και μυστικιστικές στιγμές φυσικά δεν έλειπαν, με τραγούδια όπως τα «Red Right Hand» και «Loverman» (που αργότερα διασκεύασαν οι Metallica) να ξεχωρίζουν. Μετά το tour για την προώθηση του album, ο drummer Jim Sclavunos προστέθηκε στο συγκρότημα.

- To 1996 κυκλοφόρησε το «Murder Ballads», το πιο επιτυχημένο μέχρι στιγμής album τους. Σε αυτό συμμετείχαν η PJ Harvey (με την οποία ο Cave είχε ένα σύντομο δεσμό) στο «Henry Lee», η Kylie Minogue στο πασίγνωστο «Where The Wild Roses Grow» και ο Warren Ellis, που από τότε ξεκίνησε να συνεργάζεται συχνά με τους Bad Seeds.

- Από τα αφηγηματικά τραγούδια, ο Cave πέρασε στα αυτοβιογραφικά κομμάτια στο «The Boatman’s Call», το επόμενο album της μπάντας. H κατάχρηση ουσιών είχε φτάσει στο αποκορύφωμα και μετά από 20 χρόνια εθισμού, αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα για ένα διάλειμμα.

- Η επιστροφή ήρθε με το «No More Shall We Part» του 2001 και το «Nocturama» δύο χρόνια αργότερα. Μετά την κυκλοφορία αυτού του album, ο Bargeld έφυγε από το συγκρότημα για να επικεντρωθεί στους Neubauten. Το «Abatoir Blues/The Lyre of Orpheus» του 2004 έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Στο διπλό αυτό album, ο Cave πειραματίστηκε τόσο με το rock, όσο και με τις λυρικές μπαλάντες.

- Το 2008 ο Cave κυκλοφόρησε με τους Bad Seeds το «Dig, Lazarus, Dig!!!», που αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς. Επηρεασμένο από τη Βίβλο και την Ανάσταση του Λάζαρου, το album εξερεύνησε τον αμερικαμικό ήχο και τη garage punk σκηνή, πάντα όμως, με σκοτεινή θεματολογία. Το 2009, ο Harvey άφησε το συγκρότημα για προσωπικούς λόγους.

- To επόμενο project του Cave ήταν οι Grinderman, μαζί με τα μέλη των Bad Seeds. Για πρώτη φορά, εκτός από τον ρόλο του τραγουδιστή, ο Cave κρατά και τον ρόλο του κιθαρίστα. Με αυτό το συγκρότημα, ο Cave αφήνει πίσω τον λυρισμό και αφοσιώνεται στο garage rock και σε πιο σκληρούς ήχους. Το πρώτο τους album με τίτλο το όνομα τους το 2007, έλαβε πολύ καλές κριτικές, όπως και το «Grinderman 2».

- Ο Cave εκτός από τη μουσική τρέφει ιδιαίτερη αγάπη και για τη λογοτεχνία, έχοντας κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία και διηγήματα. Το πρώτο του βιβλίο ήταν το «King Ink» το 1988, μια συλλογή από στίχους, που έγραψε μαζί με τη Lydia Lunch. Δέκα χρόνια αργότερα, ακολούθησε το «King Ink II» με ποιήματα και στίχους, ενώ τη δεκαετία του ’80, ως κάτοικος του Δυτικού Βερολίνου τότε, έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «And The Ass Saw The Angel» -την ιστορία ενός μουγγού που γεννιέται σε μια δυσλειτουργική οικογένεια. Το δεύτερο μυθιστόρημά του «The Death of Bunny Munro» κυκλοφόρησε το 2009 και αφηγείται την ιστορία ενός μέθυσου και γυναικά άντρα που η αυτοκτονία της γυναίκας του, του αλλάζει τη ζωή.

- Πλούσια είναι και η συμμετοχή του Cave σε soundtracks. Ένας από τους αγαπημένους του σκηνοθέτες, ο Wim Wenders, χρησιμοποίησε δύο τραγούδια του στην ταινία «Wings Of Desire». Ο Cave κρατάει επίσης, έναν μικρό ρόλο στην ταινία, μαζί με τους Bad Seeds. H συνεργασία με τον Wenders συνεχίστηκε στο «Faraway, so Close!» και «Until the End of The World». Συνεργάστηκε επίσης, με τον Ellis στο soundtrack της ταινίας «The Assasination of Jesse James by the Coward Robert Ford» με πρωταγωνιστή τον Brad Pitt και το 2010 έγραψε μαζί με τους Grinderman, ένα τραγούδι για την ταινία «Harry Potter and the Deathly Hallows», το «O Children».

- Φέτος, ο Nick Cave και οι Bad Seeds επιστρέφουν δισκογραφικά με το «Push The Sky Away». Σε αυτό το album υπάρχει και ένα κομμάτι που το ελληνικό κοινό θα αγαπήσει ιδιαίτερα, το «Lighting Bolts» (ακούστε το εδώ), μια ευθεία αναφορά στον θεό Δία, αλλά και στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, που αποτυπώνεται στους στίχους «Ο Δίας γελά, αλλά είναι από τα δακρυγόνα. Στο λίκνο της Δημοκρατίας τα περιστέρια φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες. Οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν πια. Τις νύχτες τούς βλέπω να κοιμούνται και να κλαίνε ακατάπαυστα. Δεν φταίνε τα δακρυγόνα. Οι άνθρωποι με ρωτούν πώς είμαστε. Είμαστε, λέω, κυρίως χαμένοι»…

Ροζίνα Αράπη