The Sushi bar: για σούσι από την… πηγή

Αφού αποφασίσαμε να φάμε σούσι, είπαμε να το κάνουμε σωστά και να επισκεφτούμε το πρώτο σούσι στέκι της πόλης, αυτό που επί 19 χρόνια σερβίρει σούσι με τον πιο προσεγμένο τρόπο, από όταν ακόμη οι περισσότεροι δεν είχαν ούτε ακουστά τη γιαπωνέζικη αυτή νοστιμιά. Το Sushi Bar.

Οι επιλογές μας ήταν τρεις: το Sushi Bar του Ν. Ψυχικού που επί 19 χρόνια συστήνει το σούσι στα βόρεια προάστια, το Sushi Bar του Παγκρατίου που ήταν και το πρώτο εστιατόριο για σούσι στην Αθήνα ή το Sushi Bar στο Π. Φάληρο για μια πιο νότια βόλτα; Δεν είχε σημασία. Όπου κι αν πηγαίναμε, οι γεύσεις που θα μας περίμεναν θα ήταν ακριβώς οι ίδιες, οπότε επιλέξαμε αυτό του Νέου Ψυχικού.

Τρεις ασιάτες sushi masters ήταν οι πρώτοι που αντικρίσαμε όταν μπήκαμε στο χώρο κι αποφασίσαμε να καθίσουμε μπροστά από τον πάγκο τους, έτσι ώστε να «κρυφοκοιτάμε» τη δουλειά τους όση ώρα θα ετοίμασαν τα πιάτα που θα γευόμασταν εμείς και οι υπόλοιποι πελάτες. Από πάνω τους κρέμονταν ιδεογράμματα στη σειρά που σήμαιναν «καλή τύχη», ενώ όλο το περιβάλλον ήταν «ζεστό», φωτεινό, φιλόξενο και ατμοσφαιρικό, με στοιχεία αισθητικής νεοϋορκέζικων sushi bar, με το ξύλο και το γυαλί να επικρατεί, με χώρους που το καλοκαίρι ανοίγουν και με ιαπωνικές φιγούρες σε διάφορα σημεία. Μη φανταστείτε γιαπωνέζικες μελωδίες και σερβιτόρες ντυμένες γκέισες να σας σερβίρουν. Ο χώρος –ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν μοιάζει σε καμία περίπτωση ότι είναι 19 χρόνων- θέλει να σε κάνει να νιώσεις άνετα για να απολαύσεις το φαγητό σου, όχι να σε πάει κάποιο εξωπραγματικό ταξίδι στην Ανατολή. Και φυσικά ούτε ίχνος «ψαρίλας», αφού τίποτα δεν μαγειρεύεται.

Οι κατάλογοι με 110 διαφορετικά maki και nigiri sashimi, καθώς επίσης και με μία μεγάλη ποικιλία άλλων πιάτων, συν τα 12 extra πιάτα του winter menu, μας έκαναν να τα χάσουμε, γι’ αυτό και αφεθήκαμε στα χέρια των ειδικών του Sushi Bar, οι οποίοι μας έφεραν μπροστά σε μια πανδαισία γεύσεων, δημιουργώντας το νέο προσωπικό μας ρεκόρ σε κατανάλωση ψαριού μέσα σε ένα βράδυ.

Ξεκινήσαμε «στην υγειά μας» με λίγο ζεστό sake, απόσταγμα ρυζιού ιδανικό για την κρύα εκείνη νύχτα, μέχρι να έρθει το πρώτο ορεκτικό μας ονόματι maguro butsu (9,10 ευρώ), που ήταν διαλεγμένα κομμάτια από πλάτη τόνου με σος butsu, ελαφρώς πικάντικη, αλλά και γλυκιά σος που έδινε νοστιμιά στις μπουκιές μας. Ακολούθησαν μαριναρισμένα μικρά χταποδάκια με ξύσμα λεμονιού και σουσάμι με γεύση wasabi (11.80 ευρώ), το οποίο εκτός από χρώμα έδινε και ξεχωριστή καυτερή, σουσαμένια γεύση στο πιάτο, στη δόση που χρειαζόταν. Όσο μικρά και χαριτωμένα κι αν ήταν τα χταποδάκια δεν τα λυπηθήκαμε καθόλου και συνεχίσαμε με καψαλισμένο τόνο σε φέτες με σουσάμι με γεύση wasabi σε μεσογειακή σάλτσα (12.10 ευρώ). Το κομμάτι αυτό ήταν από κοιλιά τόνου και η συνολική γεύση του ήταν τόσο νόστιμη και «δεμένη», που για το τελευταίο κομμάτι αρχίσαμε να… αγριοκοιταζόμαστε. Η βραδιά, όμως, είχε μέλλον ακόμη, οπότε δεν χαλάσαμε τις καρδιές μας.

Καθώς κοιτούσαμε τους sushi masters να ετοιμάζουν το φαγητό επί τόπου, να φιλετάρουν τα φρέσκα ψάρια ημέρας όπως μόνο αυτοί γνωρίζουν, διαλέγοντας τα καλύτερα κομμάτια που μπορούν να φαγωθούν ωμά, να φτιάχνουν οι ίδιοι το τζίντζερ, να τυλίγουν τα rolls και να φτιάχνουν το μείγμα ρυζιού, σε ένα μέρος που δεν ξέρουν τι θα πει κονσέρβα και που ό,τι μείνει (αν μείνει) στο τέλος της ημέρας πετιέται για να φτιαχτούν όλα από την αρχή την επόμενη, θαυμάσαμε τη δουλειά τους και ήμασταν έτοιμοι να συνεχίσουμε να τη γευόμαστε.

Τα ενταμάμε (φασόλια σόγιας) με τζίντζερ και θαλασσινό αλάτι (4,50 ευρώ) που έφτασαν στη συνέχεια δεν έμειναν ούτε για δείγμα, αφού το αλάτι και το τζίντζερ τα απογείωναν μετατρέποντας ένα απλό, υγιεινό σνακ σε κάτι από αυτά που δεν μπορείς να φας μόνο ένα και στη συνέχεια κατέφτασε άλλο ένα sashimi (φιλέτο από φρέσκο, ωμό ψάρι) τόνου, στο ιδανικό πάχος για να γεμίσει το στόμα, ζουμερό με τη σάλτσα σόγιας που αναμείξαμε με το καυτερό wasabi και πεντανόστιμο. Ναι, πεντανόστιμο, όσο περίεργο κι αν φαίνεται στους καχύποπτους το πώς μπορεί να είναι πεντανόστιμο ένα ωμό ψάρι, αφού είναι άψογα φιλεταρισμένο και βουτηγμένο σε αρωματική σάλτσα σόγιας που του δίνει έξτρα γεύση. Τα ξυλάκια μπορεί να μας ταλαιπωρούσαν λίγο για να πιάσουμε το φαγητό, δώσαμε, όμως, τον καλύτερό μας εαυτό για να μην το «καρφώσουμε», αφού κάτι τέτοιο θεωρείται γρουσουζιά –τουλάχιστον όσο μας κοιτούσαν οι sushi masters…

Και κάπου εδώ αρχίζει η «μάχη» με τα rolls (maki), δηλαδή τα μικρά ρολά με ρύζι, ψάρι και διάφορα άλλα υλικά, τα οποία δεν σταμάτησαν να έρχονται: fuji yama maki με δέρμα σολομού, μέντα, αγγούρι, τυλιγμένα σε φιλέτο σολομού (8.90 ευρώ), east rolls με γαρίδα, αβγό, αβοκάντο, αγγούρι και αυγοτάραχο σολομού που έσκαγε απολαυστικά στο στόμα (8,60 ευρώ), California inside out rolls με το ρολό να τυλίγεται από την ανάποδη με αποτέλεσμα το ρύζι να είναι έξω, με καβούρι, αγγούρι και αβγά από χελιδονόψαρο τα οποία άφηναν μια ευχάριστη επίγευση (8,30 ευρώ) και δεν συμμαζεύεται. Παρ’ όλο που σε αυτά τα rolls το ρύζι φαίνεται το πιο απλό υλικό, έχει μια εξαιρετική γεύση που οφείλεται στο ότι αποτελείται από 4 διαφορετικές ποικιλίες ρυζιού, με το μείγμα να φτιάχνεται καθημερινά εκ νέου και να χαρίζει φρεσκάδα και νοστιμιά σε όλα τα rolls, πέραν των επί μέρους υλικών τους. Όπου πρωταγωνιστούσε ρύζι, αυτόματα γινόταν το μαγικό ραβδί που έκανε το πιάτο μας αγαπημένο, κάτι που συνέβη και με το σουσάμι wasabi που μας εντυπωσίασε νωρίτερα. –Οι fans των rolls, μπορείτε να δοκιμάσετε τα όριά σας και να δείτε πόσα αντέχετε να φάτε με 22 ευρώ στα Sushi Bar συγκεκριμένες ημέρες.

Φυσικά από το τραπέζι μας δεν έλειψε και η σαλάτα, διαφορετικού τύπου, με φύκια wacame, ζεστό καπνιστό σολομό, αγγούρι και τζίντζερ (Wakame Oroshi, 11,80 ευρώ), με το σολομό και το τζίντζερ να κλέβουν την παράσταση. Κι εκεί που νομίζαμε ότι έχουμε φάει το περισσότερο ψάρι που είναι ανθρωπίνως δυνατό μέσα σε 2 ώρες, κατέφτασε καψαλισμένος baby tuna με jalapeno, πιπεριά και κόλιαντρο (10,30 ευρώ), οι μπουκίτσες του οποίου ήταν ό,τι πρέπει για τους λάτρεις του καυτερού και της πιπεριάς και το γεύμα μας έκλεισε με Sake No Ponzu, ένα κυρίως με σολομό στον ατμό me lime, σόγια, τζίντζερ και sake (12,90 ευρώ). Ο σολομός, νορβηγικός και αφράτος, ήταν τέλεια αρωματισμένος με το lime και το τζίντζερ, το οποίο «έσπαγε» τη λιπαρότητα του ψαριού, διατηρώντας, όμως, το πιάτο χορταστικό.

Το γεύμα μας έκλεισε; Γράψτε λάθος! Δεν θα πηγαίναμε πουθενά χωρίς να δοκιμάσουμε τα χειροποίητα, σπιτικά επιδόρπια του  Sushi Bar: Choco Chilli Cake με πικρή σοκολάτα και τσίλι (8,30 ευρώ), όπου το τσίλι έκαιγε ελαφρώς, αφού τελείωνες την απολαυστική μπουκιά της σοκολάτας, Cheesecake με γάλα καρύδας και φρέσκο χυμό μάνγκο (8,30 ευρώ) με υπέροχα φρουτώδη, πλούσια και δροσερή γεύση και δύο μπάλες παγωτού, η μία από φρέσκια φράουλα και η άλλη από… σουσάμι, με έξτρα πασπαλισμένο σουσάμι από πάνω (4,5 ευρώ). Όλα χωρίς γάλα, λόγω της υπερκατανάλωσης ψαριού που προηγείται, και όλα… εξωπραγματικά, με το cheesake με σοκολάτα και τσίλι και το φρουτώδες cheese cake να «κονταροχτυπιούνται» για την πρωτιά.

Με τη σιγουριά ότι παρ’ όλο που φάγαμε τόσο πολύ, κάναμε για πρώτη φορά καλό στη χοληστερίνη και την καρδιά μας απολαμβάνοντας πληθώρα ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, ήπιαμε μια τελευταία γουλιά sake και αποχαιρετίσαμε το Sushi Bar. Κοιτώντας πίσω, όλα τα πιάτα ήταν άδεια. Στην Ιαπωνία θεωρείται προσβολή να αφήνεις φαγητό, αφού πρέπει να βάζεις στο πιάτο σου, όσο θέλεις να φας. Κι έτσι κάναμε τα αδύνατα δυνατά (με σχετική ευκολία) και αδειάσαμε περί τα 11 πιάτα και 4 επιδόρπια. Δύσκολη δουλειά, αλλά κάποιος έπρεπε να την κάνει…

Πληροφορίες: Τhe Sushi Bar, Γ. Βλάχου 38, Νέο Ψυχικό, 210 6729333-4, ωράριο λειτουργίας: Δευ.: 18.30-00.30, Τρ.-Τετ.- Πεμ.-Παρ.-Σαβ.-Κυρ. 12.30-00.30, www.thesushibar.gr, https://www.facebook.com/THESUSHIBAR.GR

Τζούλια Τασώνη

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΓΕΥΣΗ