Η Ιορδανία, όπως την έζησα

Είναι τέσσερις και μισή τα ξημερώματα σε ένα χόστελ στο παλιό κέντρο του Αμμάν. Η πτήση από την Αθήνα κράτησε μόλις μία ώρα και σαρανταπέντε λεπτά και βρίσκομαι λιγότερο από ώρα στη χώρα.

Η ανάγκη μου να φύγω από την Αθήνα, αλλά και o ενθουσιασμός μου είναι τόσο μεγάλος, που παρόλο που είμαι κουρασμένος μου είναι αδύνατο να κοιμηθώ. Σίγουρα δε βοηθάει η αφόρητη ζέστη και τα κομπρεσσέρ που οργώνουν το δρόμο έξω από το ανοικτό παράθυρο.

Με το που σταματούν τα κομπρεσέρ, ξεκινούν να ακούγονται προσευχές από τα μεγάφωνα του κοντινού Τζαμί. Μάλλον δε θα κοιμηθώ απόψε.

Το Αμμάν είναι χωρισμένο σε επτά ζώνες και έχει δύο διαφορετικά κέντρα. Το παλιό και το νέο. Το νέο είναι γεμάτο εμπορικά κέντρα και ψηλά γυάλινα κτήρια. Το παλιό από ψηλά θυμίζει απέραντη αμμούπολη. Αν εξαιρέσεις μερικά Ρωμαϊκά ανάκτορα, είναι μάλλον απογοητευτικό. Μια μέρα στην πρωτεύουσα είναι αρκετή.

Η δεύτερη μέρα απαιτεί πρωινό ξύπνημα, γιατί το μοναδικό λεωφορείο που πάει στην Πέτρα αναχωρεί στις έξι και μισή. Το κόστος για να πας με ταξί είναι εκατό ευρώ, και μάλλον απαγορευτικό για το μοναχικό ταξιδιώτη. Το θετικό είναι ότι φτάνεις αρκετά νωρίς και έχεις χρόνο να περιηγηθείς στην τεράστια αρχαία πόλη που είναι σκαλισμένη στα βράχια. Το εισιτήριο έχει κόστος πενήντα ευρώ για μία μέρα και πενήντα πέντε για δύο. Δε θέλει και πολλή σκέψη.

Μπαίνοντας στην Πέτρα διασχίζεις ένα φαράγγι μήκους χιλίων διακοσίων μέτρων. Βγαίνοντας από το φαράγγι έρχεσαι αντιμέτωπος με «Το Θησαυροφυλάκιο», το πιο διάσημο κτίριο στην Πέτρα και αυτό που διαδραματίζεται η τελευταία σκηνή του «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία».  Νιώθω και πάλι οκτώ χρονών. Και μόνο για αυτό άξιζε το ταξίδι.

Η αρχαία πόλη της Πέτρας έχει έκταση εξήντα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ο ήλιος καίει το δέρμα σου και κάθε πέντε λεπτά σε σταματάνε οι ντόπιοι για να αγοράσεις κάποιο ενθύμιο, κάρτες ή μια βόλτα με το γαϊδουράκι, το άλογο ή την καμήλα. Είμαι αποφασισμένος να φτάσω μέχρι το τέρμα με τα πόδια και να εξερευνήσω κάθε βράχο.

Μετά από πέντε ώρες περπάτημα, το μόνο αξιοθέατο που έχει μείνει να δω είναι «Το Μοναστήρι», το δεύτερο πιο γνωστό κτίριο στην Πέτρα. Βρίσκεται στην κορυφή ενός βράχου και πρέπει να ανέβεις οκτακόσια σκαλιστά σκαλιά για να φτάσεις εκεί. Σταματώ να πάρω ένα νερό, να ξαποστάσω και να κάνω ένα τσιγάρο πριν ξεκινήσω την ανάβαση. Το τελευταίο μάλλον δε θα βοηθήσει και πολύ.

Δίπλα μου έρχεται και κάθεται ένας Άραβας, ντυμένος σχεδόν σαν πειρατής. «Από που είσαι;» με ρωτάει. «Έλληνας» του λέω. «Αααααα Γιουνάν!». Πιάνουμε την κουβέντα και μου λέει για τις τρείς γάτες Sphynx, που έχει σπίτι του και για την επερχόμενη επίσκεψή του στην Αίγυπτο. Τον ρωτάω πόσο κοστίζει να κάνω μια βόλτα με καμήλα. «Έχω καμήλες» μου λέει. «Δύο. Τον Τομ και τον Τζέρρυ. Όλο μαλώνουν!».

Με ρωτάει μέχρι που θέλω να πάω. Η αλήθεια είναι ότι δε θέλω να πάω κάπου, απλά είχα υποσχεθεί σε μια φίλη να ανέβω σε καμήλα και να της πω πως είναι η εμπειρία. «Έλα να με βρεις όταν τελειώσεις τη διαδρομή» μου λέει.

Οκτακόσια σκαλιά και δύο κουβάδες ιδρώτα αργότερα βρίσκομαι μπροστά από «Το Μοναστήρι». Δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένο όσο «Το Θησαυροφυλάκιο», όμως το πλατύσκαλο της πόρτας του βρίσκεται εκατοστά πάνω από το κεφάλι μου. Και δε με λες και κοντό.

Στο γυρισμό για την έξοδο μετά βίας στέκομαι στα πόδια μου. Ξαφνικά ακούω μια φωνή: «Γιουνάν!». Πέντε λεπτά αργότερα βρίσκομαι καβάλα στην καμήλα. Ο νέος μου φίλος μου δείχνει και μια άλλη διαδρομή για να ακολουθήσω την επόμενη μέρα.

«Γιατί υπέβαλλα τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία;» αναρωτήθηκα καθώς σκαρφάλωνα το βράχο. Ένιωθα τον ήλιο να με τσουρουφλίζει, παρά το γεγονός ότι είχα βάλει πάνω μου σχεδόν το ένα τέταρτο από το μπουκάλι με το αντηλιακό.  «Και εντάξει στην Πέτρα είχε ζέστη και περπάτημα, αλλά είχε παντού κάτι να δεις – εδώ δεν έχει απολύτως τίποτα», συνέχισε ο εσωτερικός μονόλογος.

Με το που βρήκα ένα πλάτωμα στο βράχο, γύρισα και ξάπλωσα. Ο ήλιος ήταν ήδη χαμηλά. Εκείνη τη στιγμή ήξερα ακριβώς γιατί βρισκόμουν εκεί: δεν έχω δεί ποτέ κάτι πιο όμορφο από τον ήλιο να δύει στην έρημο.

Μισή ώρα αργότερα ο οδηγός μου με φώναξε να κατέβω από το βράχο. Νωρίτερα με είχε ξεναγήσει με το τζιπ του στην έρημο. Μου είχε δείξει τη «Μικρή Γέφυρα» και το σπίτι του Λόρενς της Αραβίας, είχαμε ταΐσει μαζί τις καμήλες του και με έμαθε πως να κάνω σαντμπόρντινγκ σε αμμόλοφο. Ήταν ώρα να επιστέψουμε στον καταυλισμό των Βεδουίνων που νοίκιαζαν σκηνές καμήλας στους τουρίστες για να διανυκτερεύσουν στην Ουάντι Ραμ.

Για δείπνο ετοίμασαν το παραδοσιακό πιάτο τους: κοτόπουλο, πατάτες και κρεμμύδια θαμμένα μέσα στην άμμο.  Η μυρωδιά καθώς τα ξέθαβαν από τη γη μου διέλυσε τα ρουθούνια.

Ένας τελευταίος προορισμός έμενε: η Νεκρά Θάλασσα. Αν προσπαθούσα να την περιγράψω συνοπτικά θα έλεγα: το χαμηλότερο σημείο της γης, θερμοκρασία ατμόσφαιρας αρκετή για να σου κόψει την ανάσα, νερό ζεστό – σχεδόν σα να έχει περάσει από θερμοσίφωνα, υφή ελαιώδης, δέρμα που τσούζει από την περιεκτικότητα του αλατιού, δεν κολυμπάς – ουσιαστικά επιπλέεις.

Παντού πινακίδες που σε προειδοποιούν να μην κάνεις βουτιά. Εννοείται πως έπρεπε να κάνω. Εννοείται πως το μετάνιωσα. Βγήκα τρέχοντας στο κοντινότερο ντους να βγάλω το αλάτι από τα μάτια μου. Εννοείται πως ξαναβούτηξα αμέσως.

Ήταν ώρα να πάρω το δρόμο της επιστροφής. Μια τελευταία στάση στο χόστελ στο Αμμάν να χαιρετίσω τους νέους μου φίλους και να ανταλλάξουμε στοιχεία επικοινωνίας. Βγαίνοντας,  διέσχισα το φρεσκοασφαλτωμένο δρόμο για να φτάσω στο ταξί απέναντι. Άφησα το σημάδι μου στο Αμμάν και το Αμμάν το σημάδι του στα παπούτσια μου.

Βάνιας Σταυρακάκης
ystav@naftemporiki.gr

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΤΑΞΙΔΙ