Μαθήματα επιβίωσης από τη Μαρία Μπράουν

Κριτική από την Ελένη Πετάση.

«Προτιμώ να κάνω εγώ τα θαύματα παρά να περιμένω να γίνουν» υποστηρίζει η Μαρία Μπράουν, στο έργο «Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν». Κατ’ επέκταση, η λαβωμένη ηρωίδα του Φασμπίντερ, παντρεμένη μόνο για μισή μέρα και μια ολόκληρη νύχτα και βυθισμένη στην απόγνωση ενός ατελείωτου εσωτερικού θρήνου -αν και αρνείται εμμονικά να πιστέψει ότι ο αγνοούμενος άντρας της σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης- επιλέγει εν τέλει την επιβίωσή της. Η αλλοτριωμένη πια νέα γυναίκα, συμβολίζοντας την ακρωτηριασμένη Γερμανία μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί, απωθώντας το παρελθόν και χτίζοντας τη ζωή από την αρχή, θεωρεί, ωστόσο, πως κάθε ενέργεια της -θεμιτή ή μη- νομιμοποιείται στο όνομα του έρωτά της. Την εξαιρετική ταινία του Φασμπίντερ θεατροποίησε τώρα ο Γιώργος Σκεύας, διασκευάζοντας το σενάριο και εμπλουτίζοντας το με λογοτεχνικά έργα -«Έξω από την πόρτα» του Wolfgang Borchert, «Μπιλιάρδο στις 9 και μισή» του Heinrich Boll-, ενώ διαφοροποίησε τους ήρωές του (ο Χέρμαν, σύζυγος της Μαρίας Μπράουν, για παράδειγμα, γίνεται εδώ ένας αρχιτέκτονας που επιστρέφει από τον πόλεμο τραυματισμένος).

Χρησιμοποιώντας κινηματογραφικούς κώδικες -όντας ο ίδιος κινηματογραφιστής- ο σκηνοθέτης χωρίζει την παράστασή του σε μικρές σκηνές με κοντινά «πλάνα», πολλές απ’ αυτές ενδιαφέρουσες, αλλά ενίοτε φλύαρες που αποδυναμώνουν την ατμόσφαιρα και διαταράσσουν τη ροή της. Από την άλλη, όμως, διατηρεί την ουσία του έργου και επιπλέον το διανθίζει με αρχειακά ντοκιμαντέρ τα οποία συνδέουν τα πρόσωπα με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής τους και εξηγούν, αν όχι «δικαιολογούν», τις πράξεις τους. Η Λένα Παπαληγούρα δεν κατορθώνει αρχικά να αποτυπώσει τις εσωτερικές συσπάσεις της εύθραυστης Μαρίας Μπράουν. Πετυχαίνει όμως τη μεταμόρφωσή της σε μία αδίσταχτη, κυνική γυναίκα καριέρας που, για την ανέλιξή της, δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί κάθε μέσο, ακόμα και το ίδιο της το σώμα. Το ψυχρό βλέμμα της, που κρύβει σχολαστικά τη συναισθηματική της ευαισθησία, «χωνεύει» τις νίκες και τις ήττες της. Ο Γιάννης Νταλιάνης πάντα στέρεος.

Οι καλοί ηθοποιοί Μάξιμος Μουμούρης, Νίκος Γεωργάκης και Γιώργος Συμεωνίδης -με εξαίρεση την ενοχλητικά γκροτέσκα σε στιγμές Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη- χωρίς παραφωνίες, αλλά και χωρίς ιδιαίτερες ερμηνευτικές αποχρώσεις, υπακούουν στις επιταγές της σκηνοθεσίας. Καλαίσθητα τα κοστούμια-εποχής του Άγγελου Μέντη και ενδιαφέρουσα η σκηνογραφική μινιμαλιστική λύση που δίνει έχοντας ως μοναδικό στοιχείο ένα τραπέζι του μπιλιάρδου να δεσπόζει συμβολικά στο κέντρο της σκηνής. Η μουσική του Σήμη Τσιλαλή ακροάζεται τον σφυγμό του κειμένου.

Ελένη Πετάση / petassi@otenet.gr

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΘΕΑΤΡΟ