Κριτική θεάτρου: «Αχ αυτά τα φαντάσματα»

kritiki-theatrou-ax-auta-ta-fantasmata

ΔΕΥΤΕΡΑ, 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012

Η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη γράφει κριτική για την παράσταση «Αχ αυτά τα φαντάσματα» του Εντουάρντο ντε Φιλίππο που παρουσιάζεται στο θέατρο Βρετάνια, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα.

Ο Γιάννης Κακλέας μετά από την σχεδόν θρυλική εποχή του «Τεχνοχώρου» στην οδό Μαυρομιχάλη, νέρωσε το κρασί του. Αφού έβαλε εξ ανάγκης λουκέτο στη θεατρική στέγη του, κλήθηκε να υπηρετεί σχεδόν ασταμάτητα τα (κυρίως και) εμπορικά οράματα πληθώρας ιδιωτικών και κρατικών σκηνών. Σε γενικές γραμμές, τα κατάφερε περίφημα να χωρά μέσα σ’ αυτά και τα προσωπικά καλλιτεχνικά θέλω του, χωρίς όμως να αγγίζει συχνά τα επίπεδα ηλεκτρισμένης τρέλας που κατακτούσε στο «Παγοποιείο» αρχικά και κατόπιν στον «Τεχνοχώρο».

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τα τελευταία χρόνια συνδέθηκε στο πεδίο της κωμωδίας με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο . Η καλή «χημεία» και η εξίσου ικανοποιητική κοινή επίδοση επιβεβαιώνεται στο «Αχ, αυτά τα Φαντάσματα» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο, που παρουσιάζεται στο θέατρο «Βρετάνια».

Η παράσταση που έχει ρυθμό, αν και πολλά υφολογικά κλισέ, χωρίς να στερείται κεφιού και έμπνευσης, μας μεταφέρει στη Νάπολη. Δεν προσδιορίζεται ο χρόνος, αν και μοιάζει να είναι… άχρονα σήμερα. Το στόρι είναι εν μέρει γνωστό από την παλαιά κινηματογραφική μεταφορά του με τον Βιτόριο Γκάσμαν και τη Σοφία Λόρεν. Ένα ναπολιτάνικο παλάτσο, που θεωρείται στοιχειωμένο και αποφεύγεται γενικώς, παραχωρείται δωρεάν σε έναν κακομοίρη και την άτακτη σύζυγό του. Το «φάντασμα» του εραστή της πηγαινοέρχεται χαρτζιλικώνοντας αδρά τον κερατά σύζυγο.

Ο τελευταίος γνωρίζει, αγνοεί ή στρουθοκαμηλίζει για να έχει την τσέπη του διαρκώς γεμάτη και την καπριτσιόζα σύζυγο ικανοποιημένη; Η συνθήκη είναι ιδανική για να ξετυλιχθεί ένα κωμικό υποκριτικό ταλέντο. Και η παράσταση του Κακλέα διαθέτει αρκετά.

Ο σκηνοθέτης είχε δε μια ιδέα που η αισθητική της «κλειδώνει» με την εποχή: ο εραστής και η οικογένειά του μοιάζει να ανήκουν σε μια νεκροζώντανη- γκρι φυλή. Εμφανίζονται ως γκοθ βερσιόν της οικογένειας Ανταμς ή, αν θέλετε, σαν μια οικογένεια βγαλμένη από το σκοτεινό σύμπαν του Τιμ Μπάρτον, σε γκροτέσκα όμως βερσιόν. Η αντίθεσή της με τον «νορμάλ» κόσμο της Νάπολη προκαλεί δυνατούς κραδασμούς γέλιου. Υπάρχει και η ιδανική διανομή.

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, καρατερίστας κωμικός με αναγνωρίσιμη μανιέρα, παίζει τον χαρακτήρα του ταλαίπωρου συζύγου στα δαχτυλάκια του. Σαν καλός τιμονιέρης δεν διολισθαίνει σε υπερβολικά σχήματα. Κάτι που επιτυγχάνει και η «παραστρατημένη» Φαίη Ξυλά, ηθοποιός με τεχνική, που μολονότι δεν είναι ακριβώς το είδος της η κωμωδία, δεν την προδίδει. Ηθοποιός στέρεος, και ικανοποιητικός στο ρόλο του μικροκομπιναδόρου είναι και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης. Εξίσου στέρεη καρατερίστα και ως μαμά-φάντασμα και λαϊκή Ναπολιτάνα (εναλλάξ) αποκαλύπτεται η Αγορίτσα Οικονόμου.

Η αποκάλυψη της παράστασης είναι πάντως ο Άρης Σερβετάλης. Ο Κακλέας τον γνωρίζει από την εποχή του «Τεχνοχώρου». Είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκε στον πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό μεγάλους ρόλους σε δύσκολες δραματουργίες (όπως του Κολτές) από πολύ νωρίς. Ο Σερβετάλης διαθέτει μια ενέργεια ζωώδικη μαζί με μια σπάνια, ακραία για την ελληνική σκηνή σωματικότητα. Σαν αιλουροειδές (δεν ξεχνιέται ο σκύλος που ερμήνευε στη δεύτερη «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαιωάννου) ανοίγει στο «Βρετάνια» καταπακτές και «καταποντίζεται », κινούμενος μονοκόμματα σαν έμψυχο σπαστικό. Το εύρος του αποκαλύπτει η διπλή ερμηνευτική δοκιμασία του, την ίδια περίοδο: πρωταγωνιστεί ως εύθραυστα διαταραγμένος και στα «Χάρτινα Λουλούδια» του Βολφ (στο θέατρο «Ιλίσια»). Και είναι κι εκεί εξαιρετικός.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ