Οι Γερμανοί ...ξανάρχονται στο Εθνικό Θέατρο και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

theatro1
ΤΡΙΤΗ, 04 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

Γερμανική Κατοχή, αντίσταση, νοσταλγία-με το φάντασμα του εμφυλίου να πλανάται απειλητικά: η «Πρόβα νυφικού» της Ντόρας Γιαννακοπούλου επανακάμπτει ως θεατρικό έργο αυτή τη φορά στη σκηνή του Rex και στις τελευταίες, συγκινησιακά φορτισμένες σκηνές ακούγεται ο Εθνικός Ύμνος, ενώ χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες της απελευθέρωσης.

Η νέα παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου-παρά τις περιπέτειες στις πρόβες-με την αποχώρηση του Βασίλη Βαφέα και την τελική ανάληψη της σκηνοθεσίας από τον Σωτήρη Χατζάκη,  αποτελεί το αποκορύφωμα μιας τάσης που έχει ξεκινήσει από το προηγούμενο καλοκαίρι: στις σκηνές ανεβαίνουν έργα που ταξιδεύουν τον θεατή, σε δύσκολες περιόδους της Ιστορίας μας-μεταφέροντας ένα αίσθημα ανάτασης-για όσα με γενναιότητα και αιματηρούς αγώνες κατέκτησε ο ελληνικός λαός.

Ενδεικτικά παραδείγματα ήταν οι θεατρικές βιογραφίες του Μίκη Θεοδωράκη (σε σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη) «Ποιος τη ζωή μου» και της Μελίνας Μερκούρη («Μελίνα: όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα»). Στην πρόσφατη σεζόν προστέθηκε και το πορτρέτο της Σοφίας Βέμπο στο μιούζικαλ του Πέτρου Ζούλια «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο» (που κάνει πρεμιέρα στις 5 Μαρτίου και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης): εκεί ο εθνικός διχασμός παρουσιάζεται σχηματικά μέσα από τα θεατρικά παρασκήνια στα οποία έλαμπε η Βέμπο.

Η Κατοχή όπως είναι αναμενόμενο, κατέχει ένα σημαντικό κεφάλαιο, με τη Βέμπο (την οποία ερμηνεύουν η Μαρινέλλα και η Αγορίτσα Οικονόμου σε διαφορετικές ηλικίες) να κρατά ψηλά το ηθικό του ελληνικού στρατού με τις παραστάσεις της, να δέχεται πισώπλατα χτυπήματα από μαυραγορίτη-ιμπρεσάριο, να φτάνει στα όρια της πείνας εξαιτίας της λογοκρισίας των έργων της, παίζοντας διαρκώς τη ζωή της κορώνα-γράμματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Πολυτεχνείο, όταν η γερασμένη πλέον Βέμπο δίνει καταφύγιο σε φοιτητές στο σπίτι της. Σε όλες τις παραπάνω παραστάσεις, οι θερμοκρασίες ανέβηκαν από την πλευρά της πλατείας.

Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν, φαίνεται ότι προκύπτει ως αναγκαιότητα στις δύσκολες μέρες μας και πολλοί άνθρωποι του θεάτρου την αφουγκράζονται. Το ζήτημα είναι τι θα κάνει το κοινό, το αίσθημα συγκίνησης που αποκόμισε.

Θα διολισθήσει άραγε σε μια απλή συναισθηματική εκτόνωση; Ή η θεατρική έξοδος μπορεί να αποτελέσει το ερέθισμα για μια πιο βαθιά ανάγνωση της πρόσφατης Ιστορίας και των ιστορικών αλλαγών που βιώνουμε;

Μάνια Στάικου