Κριτική θεάτρου:«Μέσα» του Δημήτρη Παπαϊωάννου

kritiki-theatroumesa-tou-dimitri-papaioannou

ΤΡΙΤΗ, 19 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μας παρουσιάζει μια «φέτα ζωής» με φόντο την Αθήνα, συνθέτοντας έναν ιδιότυπο ύμνο στις πολύτιμες μοναχικές στιγμές που μας συνοδεύουν μέχρι το θάνατο.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, το «Μέσα» δεν εντάσσεται στις προηγούμενες παραστάσεις του Παπαϊωάννου, εφόσον το εικαστικό μέρος και οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις των ερμηνευτών παραπέμπουν σε μια περφόρμανς που θα μπορούσε κάλλιστα να φιλοξενηθεί σε ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης.

Το «Μέσα» είναι ένας ζωντανός, υπνωτιστικός πίνακας, ένα εικαστικό «μάντρα», μια πρόσκληση να ανακαλύψουμε την αντανάκλασή μας αλλά και να χαρίσουμε στον εαυτό μας λίγες στιγμές περισυλλογής και πνευματικότητας. Ο Παπαϊωάννου χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη για το αλληγορικό του θέαμα, τον «νεκρό» υποτίθεται χρόνο της καθημερινότητάς μας, σχολιάζοντας παράλληλα τις πολλαπλές όψεις του γκρίζου αθηναϊκού τοπίου.

Το εξαιρετικό σκηνικό που σχεδίασαν ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος και η Σοφία Ντώνα είναι ένα λιτό διαμέρισμα, με ένα κρεβάτι, μια εντυπωσιακή μπαλκονόπορτα και την τυπική βεράντα των παλιών πολυκατοικιών. Η θέα από το παράθυρο αλλάζει σε τακτά χρονικά διαστήματα αποκαλύπτοντας χαρακτηριστικές όψεις της πόλης: οι λεωφόροι, οι προσόψεις των παλιών κτηρίων, οι ακάλυπτοι υποβάλλουν διαφορετικά αισθήματα στον θεατή καθώς μεταλλάσσονται υπό το σκληρό φως του αττικού ουρανού ή το γλυκό σούρουπο (απέδωσε τα μέγιστα ο σχεδιασμός των φωτισμών από τον Αλέκο Γιάνναρο). Τα πρόσωπα στο διαμέρισμα είναι περίκλειστα στη μοναξιά τους. Μπαίνουν, κοντοστέκονται, ανοίγουν το φως ή το θερμοσίφωνα, κάνουν ντους, τρώνε αφηρημένα στη μικρή κουζίνα, πίνουν νερό και αφήνουν το ποτήρι να πέσει από τη σκηνή.

Κυρίως όμως συναντούν τον εαυτό τους ρεμβάζοντας από το παράθυρο ή το μπαλκόνι και καθώς ανοίγουν το παράθυρο, αφήνονται στους θορύβους της πόλης που θρυμματίζουν την εκκωφαντική σιωπή του διαμερίσματος. Αποβάλλουν με χορευτικές κινήσεις τα κοστούμια «της καθημερινότητας» του Θάνου Παπαστεργίου και μετά «χάνονται» μέσα στο κρεβάτι, περνώντας στην ανυπαρξία (το θάνατο).

Οι παραλλαγές αυτών των απλών κινήσεων και ο διαφορετικός αριθμός των εισερχόμενων ερμηνευτών στο διαμέρισμα, αποτελούν το κρυπτογραφημένο μήνυμα του Παπαϊωάννου προς τους θεατές. Ένα μήνυμα που χρωματίζεται από την ίδια τη διάθεσή τους, όταν μπαίνουν ή βγαίνουν από την αίθουσα του Παλλάς (μπορούν να προσέλθουν όποτε θέλουν και να καθίσουν όσο θέλουν). Ο διακριτικός ήχος της κιθάρας του Κωνσταντίνου Βήτα και οι άψογα σκηνοθετημένοι θόρυβοι της πόλης (ηχητικός σχεδιασμός: Κ. Βήτα και Κωνσταντίνος Μιχόπουλος), στόχο έχουν περισσότερο να υπογραμμίσουν τη σιωπή του διαμερίσματος.

Αυτή η σιωπή άλλοτε τρομάζει και άλλοτε αποκτά μια απελευθερωτική διάσταση. Το άτομο κόντρα στην ανωνυμία της πόλης, οι εμμονές, οι δισταγμοί, οι εξαρτήσεις, η ποικιλία των επιλογών, η μονοτονία και η ανατροπή της ρουτίνας, το αναπόφευκτο τέλος και η κυκλική διάσταση του χρόνου-από τη ζωή ως το θάνατο, ξεδιπλώνονται μεταξύ άλλων επί σκηνής. Σε μια κατακερματισμένη πραγματικότητα γεμάτη περισπασμούς, ο Παπαϊωάννου μας υπενθυμίζει με το πραγματικά ατμοσφαιρικό του θέαμα πόσο ευεργετική μπορεί να αποβεί η συνάντηση με τον εαυτό μας.

Το «Μέσα» αναμφίβολα είναι ένα πολυεπίπεδο έργο. Η δυναμική των εικόνων του μπορεί παράλληλα να θεωρηθεί μια απάντηση, σε αισθητικό επίπεδο, σε όλη αυτή τη χυδαιότητα της λεγόμενης «εποχής της εικόνας» και της κρυφής κάμερας.

Η ατομικότητα σκιαγραφείται μέσα από μια φιλοσοφική διάσταση. Ο βάρβαρα λεηλατημένος ιδιωτικός μας βίος, στο καθηλωτικό θέαμα του Παπαϊωάννου, αποκτά και πάλι την αγνότητα και τη σημασία του.

ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ