«Έντα Γκάμπλερ»: κριτική θεάτρου

enta-gkampler
ΤΡΙΤΗ, 10 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015

Ο Γιάννης Μόσχος γράφει κριτική για την παράσταση «Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν που παρουσιάζεται στο θέατρο Σημείο σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου.

Το κλασικό δε σημαίνει και ξεπερασμένο. Αποτελεί πρωταρχική πηγή έμπνευσης στην οποία πάντα θα επιστρέφουμε και για να μην πηγαίνουμε μακριά, μια τέτοια περίπτωση είναι ο «Άμλετ» του Γιάννη Χουβαρδά που είδαμε φέτος στη Στέγη. Το έργο του Σαίξπηρ βρίσκεται δίπλα στον ορισμό της έννοιας του κλασικού όπως και αν την οριοθετεί κανείς και όμως το συγκεκριμένο ανέβασμα κατάφερε να γίνει σύγχρονο δίχως να επεμβαίνει στην ουσία των διαχρονικών νοημάτων του. Με μια τέτοια περίπτωση έχει να αναμετρηθεί και ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ανεβάζοντας την πασίγνωστη «Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν στο θέατρο Σημείο, αφού η διαμάχη για το Rex (όπου επρόκειτο να παρουσιαστεί αρχικά) οδήγησε σε αλλαγή χώρου.

Η «Έντα Γκάμπλερ» είναι ένα ψυχογράφημα με αόρατη πένα. Δε στηρίζεται στη δράση, αλλά στις ψυχολογικές διακυμάνσεις της κυκλοθυμικής ηρωίδας που για τον καθένα μπορούν να ερμηνευθούν διαφορετικά. Το σίγουρο είναι πως ο γάμος της με τον ακαδημαϊκό Γιέργκεν Τέσμαν της έχει φέρει μονάχα πλήξη και ανία σε σημείο να βρίσκει ενδιαφέρον μόνο παίζοντας με τις ζωές όσων βρίσκονται στον περίγυρό της. Και ως έργο στατικό, αναδεικνύεται μέσα από τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Παρά όμως τις προσδοκίες που ίσως να υπήρχαν, αυτό είναι το σημείο στο οποίο αποτυγχάνει η συγκεκριμένη παράσταση και για αυτό όλες οι υπόλοιπες αδυναμίες της μεγεθύνονται.

Το δυνατό στοιχείο του Κωνσταντίνου Ρήγου ως σκηνοθέτη είναι το ποπ αισθητήριό του και η δυνατότητα να προσφέρει στο θεατή ένα μοντέρνο θέαμα που λίγα έχει να ζηλέψει από μεγάλες σκηνές του εξωτερικού. Στην περίπτωση του Ίψεν και της «Έντα Γκάμπλερ» ωστόσο το ζητούμενο δεν είναι τα φανταχτερά τεχνάσματα, αλλά η ενδοσκόπηση και η έμφαση στο μυστηριακό στοιχείο. Η ανάγνωση που γίνεται εδώ είναι επιφανειακή, σε σημείο καμία καινοτομία να μη λειτουργεί εν τέλει. Ο Γιέργκεν Τέσμαν απεικονίζεται ως ένας ανώριμος και σαχλός σύζυγος που συναντάμε μάλλον σε τηλενουβέλες, ενώ ο δικαστής Μπρακ επιδίδεται σε πιρουέτες, κλακέτες και διαφόρων άλλων λογής κινησιολογικά τεχνάσματα, άλλοτε μόνος του και άλλες φορές μαζί με τους υπόλοιπους. Και όσο για τις γυναίκες της παράστασης, είναι δύσκολο να προσπεράσεις τις ενδυματολογικές τους προτάσεις που μεταξύ κλασικού και σύγχρονου μάλλον θυμίζουν περισσότερο επίσκεψη σε στούντιο τηλεοπτικής εκπομπής παρά Ίψεν.

Αν διασώζεται κάτι από αυτή την εκδοχή, είναι κάποιοι ηθοποιοί. Η Δήμητρα Ματσούκα είναι πολύ καλή ως Έντα Γκάμπλερ εκφράζοντας τις διακυμάνσεις του χαρακτήρα της και είναι κρίμα που δεν της δίνεται η δυνατότητα να εμβαθύνει. Από εκεί και πέρα ξεχωρίσαμε τη διεκπεραιωτική πλην στιβαρή παρουσία του Γιάννη Στάνκογλου ως Άιλερτ Λέβμποργκ και την Μαριέττα Σγουρδαίου στο ρόλο της Μπέρτε που παρά το μικρό της πέρασμα, είναι μάλλον η πιο επιβλητική παρουσία. Ο Ακύλλας Καραζήσης δεν παίρνει βοήθειες από τη διακωμώδηση του χαρακτήρα του Μπρακ, ο Γιάννης Τσεμπερλίδης βρίσκεται σε λάθος μήκος κύματος, ενώ η Βασιλική Τρουφάκου είναι το μεγαλύτερο «θύμα» των ενδυματολογικών επιλογών. Η Κατερίνα Διδασκάλου προσθέτει κλάση στην αρχή και στο τέλος της παράστασης, χωρίς να ορίζει πάντως καταστάσεις.

Καθώς η ανάγνωση μένει στην επιφάνεια, η «Έντα Γκάμπλερ» του Κωνσταντίνου Ρήγου καταλήγει φλύαρη και χωρίς να έχει κάτι να πει, μοιάζοντας περισσότερο με κακομαθημένο κοριτσάκι παρά με γυναίκα-αίνιγμα. Οι 2,5 ώρες χωρίς διάλειμμα αποδεικνύονται «βαριές» χωρίς να σε αποζημιώνουν και ειδικά όσοι βρίσκονται στα πλάγια της σκηνής δεν έχουν πλήρη επίβλεψή με αποτέλεσμα να χάνουν κάποια πράγματα που συμβαίνουν σε αυτή. Ο πειραματισμός με κλασικά έργα δεν είναι μόνο καλοδεχούμενος αλλά μερικές φορές είναι και ζητούμενο, εδώ πάντως οι όποιοι νεωτερισμοί καταλήγουν ατυχείς. Οι προσπάθειες του ικανού θιάσου είναι αξιόλογες, αρκούν όμως μόνο για να σε βάλουν σε σκέψεις σχετικά με το πώς θα απέδιδε σε ένα διαφορετικό ανέβασμα. Περιμένουμε ο Κωνσταντίνος Ρήγος να επανέλθει δριμύτερος με ένα έργο που του ταιριάζει καλύτερα.

Γιάννης Μόσχος
[email protected]