«Αχ!»: ένας εκ βαθέων αναστεναγμός που βιώθηκε ολοκληρωτικά

ax
ΠΕΜΠΤΗ, 14 ΜΑΙΟΥ 2015

Ο Γιάννης Μόσχος γράφει για το «Αχ!» των bijoux de kant που παρουσιάστηκε στην Ακαδημία Πλάτωνος στα πλαίσια του ΕLΑΙώΝΑS Festival 2015.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδρομές της φετινής θεατρικής σεζόν αποδείχθηκε αυτή που διέγραψε το «Αχ!» των de kant. Παρουσιάστηκε αρχικά το χειμώνα στον υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μ. Κακογιάννης και επέστρεψε θριαμβευτικά την άνοιξη με νέα διανομή για μια μίνι περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, η οποία έληξε την Κυριακή που μας πέρασε σε μια υπερπλήρη αίθουσα στην Ακαδημία Πλάτωνος. Όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο είθισται να κάνουμε ένα πρόγραμμα ώστε να προλάβουμε να παρακολουθήσουμε τις παραστάσεις που θέλουμε, κάποιες φορές ωστόσο μπορεί να τύχει να δεις  μια από τις καλύτερες παραστάσεις της σεζόν στο τσακ πριν πέσει η αυλαία. Και μια τέτοια περίπτωση είναι (και για τον γράφοντα) το «Αχ!».

Η Γλυκερία Μπασδέκη (ξανα)διάβασε την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και το αποτέλεσμα που προήλθε από αυτή τη «σύμπραξη» είναι ένας υπόκωφος, λάγνος, αφοπλιστικός αναστεναγμός που προκύπτει από τη σαρκική επιθυμία αλλά εκπορεύεται από τα βάθη της ψυχής. Η έννοια της κριτικής στην τέχνη είναι συνυφασμένη  με την αναζήτηση νοημάτων και συμβόλων πίσω από τα φαινόμενα, σε αυτή την περίπτωση ωστόσο δε χρειάζεται να μπεις σε αυτή τη διαδικασία και να αναλύσεις ότι για παράδειγμα το χώμα στη σκηνική σύνθεση εκτός από ταφικό μνημείο σημαίνει το θάνατο της καθεστηκυίας τάξης. Μιλάμε για το παθιασμένο ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στο Νίκο, τη Λιόλια και τη Βεργινία που ξεδιπλώνεται με την αφήγηση της άχρονης, νεκρής και μαυροφορεμένης «κερένιας» κόρης. Όλα εκτυλίσσονται με τον πιο απλό τρόπο που μπορείς να φανταστείς. Ο Νίκος και η Βεργινία είναι ζευγάρι, η Βεργινία αρρωσταίνει και πεθαίνει και τότε η Λιόλια, γυναίκα που φρόντιζε την Βεργινία θα μείνει έγκυος με το παιδί του Νίκου. Αυτό το παιδί θα βγει καχεκτικό και (σχεδόν μεταφυσικά) ίδιο η Βεργινία και κάποια στιγμή πεθαίνει. Ο Νίκος δολοφονείται για την τιμή της νεκρής κόρης του και η Λιόλια μένει να σηκώσει «το πολύ της ζωής και το ελάχιστο του θανάτου».

Η παράσταση που έστησαν οι bijoux de kant δεν έχει να μοιράσει τίποτα με την εκλογίκευση. Μόνο της συστατικό είναι το συναίσθημα. Ζουμερό και πικρό, μια τρελή πυξίδα που φέρουμε αέναα στη σύντομη ύπαρξή μας. Το τοπίο της ιστορίας είναι η Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα και αντί το κλίμα της να μεταφερθεί μέσα από κοστούμια και μουστάκια, γίνεται και αυτό ένα συναίσθημα νοσταλγίας για μια εποχή που συνεχίζει να ακτινοβολεί μια ιδιόμορφη γοητεία. Και ο ρομαντισμός εκείνης της περιόδου εκφράζεται μέσα από δύο οδούς που ενίοτε πηγαίνουν και μαζί: τον έρωτα και το θάνατο. Οι ήρωες του Χρηστομάνου αγαπούν τόσο δυνατά ακριβώς επειδή συνειδητοποιούν το αναπόδραστο του θανάτου που τους πλαισιώνει και πεθαίνουν βλαστημώντας που δεν είχαν χρόνο να αγαπήσουν λίγο ακόμη. Είναι μια συνθήκη που έχει αφετηρία την Αθήνα του 1911, μεταφέρεται σε ένα ασαφές σήμερα και εκτοξεύεται σε ένα χωροχρονικό ο,τιδήποτε.

Οι bijoux de kant έχουν καταβολές στις εικαστικές τέχνες και έχουν αποδείξει ότι σε επίπεδο αισθητικής δεν παραδίδουν ποτέ κάτι που να μην είναι καθόλα άρτιο. Και το «Αχ!» δε διαφέρει από τον κανόνα. Μέσα από τη λιτότητα αναδεικνύεται ένας πλούτος ομορφιάς και συναισθημάτων. Λίγο χώμα με γαρύφαλλα αρκεί για να αναδεύσει μια μυρωδιά θανάτου και ένα μαύρο πέπλο διαχωρίζει τα πρόσωπα σαν τον κόσμο των ζωντανών από αυτό των νεκρών. Οι κινήσεις των ηθοποιών χαρακτηρίζονται από μια ασύγκριτη λεπτότητα και η μουσική επένδυση του Κώστα Δαλακούρα μόνο επιτείνει εις το διηνεκές τη γλυκόπικρη μελαγχολία που επικρατεί στην ατμόσφαιρα.

Η Λένα Δροσάκη (άξια νικήτρια του φετινού βραβείου Μελίνα Μερκούρη) είναι απλά συγκλονιστική ως Λιόλια και καταφέρνει να κάνει το θεατή να βουρκώσει όντας πλήρως εναρμονισμένη στις ανάγκες της παράστασης, δίχως να καταφύγει σε περιττές ερμηνευτικές ακρότητες, η Κατερίνα Μισιχρόνη διαθέτει μια κρυστάλλινη στιβαρότητα στο ρόλο της κερένιας κούκλας του έργου, αναλαμβάνοντας να βρεθεί στο επίκεντρό του, ο Δημήτρης Μοθωναίος ικανοποιεί ως Νίκος με την παρουσία του και όσο για τη Μαίρη Συνατσάκη, μπορεί να μην έχει την ίδια εμπειρία με τους υπόλοιπους, αλλά από καθαρά εικαστική άποψη, βλέποντάς τη και δίπλα στους υπόλοιπους και στις φωτογραφίες της παράστασης αλλά και στη σκηνή, καταλαβαίνουμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό το απρόσμενο συνταίριασμα, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν με τα φώτα που στρέφει πάνω στην παράσταση η παρουσία της.

Το «Αχ!» είναι μια παράσταση μέσα στην οποία βυθιστήκαμε για να μας τσακίσει την ψυχή και στο τέλος να νιώθουμε ελαφροί σαν πούπουλο και να λέμε και ευχαριστώ. Δε σε αφήνει να υπεκφύγεις από τη σκηνική δράση και σε φέρνει όλο και πιο κοντά της για να συρθείς και εσύ στα χώματα μέχρι το φως και το σκοτάδι σου να γίνουν ένα. Μπορούμε ανερυθρίαστα να μιλάμε για ένα κομψοτέχνημα και να δηλώνουμε τυχεροί όσοι το βιώσαμε.

Γιάννης Μόσχος
[email protected]