«Βυσσινόκηπος»: κριτική θεάτρου

bussinokipos
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 22 ΜΑΙΟΥ 2015

Η Ελένη Πετάση γράφει κριτική για την παράσταση «Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ που παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου.

«Είναι ωραίο όλα να καταστρέφονται για να μπορέσουν να ξαναγεννηθούν», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Νίκος Καραθάνος και αυτό ακριβώς αποπειράθηκε να κάνει στον δικό του «Βυσσινόκηπο».

Δεν διαφωνεί κανείς με την άποψή του. Υπάρχουν, εξάλλου, πολλά παρα-δείγματα που η σκηνική ανάγνωση του έργου απομακρύνθηκε από τις εντολές του συγγραφέα.

Το θέμα που προκύπτει είναι αν η συγκεκριμένη διασκευή ενστερνίστηκε το βαθύτερο νόημά του, αν μετέδωσε τη μελαγχολική νοσταλγία του, αν κατάφερε να στηρίξει την πεποίθηση (και) του ίδιου του σκηνοθέτη ότι «η κωμωδία που ξέρουμε και η κωμωδία που ήθελε ο Τσέχωφ δεν έχουν καμία σχέση», καθώς «όλες οι καταστάσεις είναι ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό και ο θεατής δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να συγκινηθεί».

Ωστόσο, στη σύγχυση του μεταμοντερνισμού άνθισαν πολλές παρεξηγήσεις και στην προκειμένη περίπτωση η παράσταση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

Ο προικισμένος δημιουργός (απολαύσαμε ήδη την «Γκόλφω» και το «Δεκαήμερο») παγιδευμένος στην προσπάθειά του να ξεφύγει από οιαδήποτε «κλασική» σοβαροφάνεια διαφεύγει από τον ρεαλισμό, αντιπροτείνοντας μια ενδιαφέρουσα αλλά χαοτική περιπλάνηση σ’ έναν κόσμο παραισθήσεων, επιχειρεί αποτυχημένα να συνταιριάξει τη θλίψη με τη γελοιότητα, εκχυδαΐζει το χιούμορ με πρωτεργάτη τις ανούσιες παρλάτες της υπερτιμημένης Λένας Κιτσοπούλου.

Έτσι, πέρα από τον αγέραστο Μίκυ Μάους των παιδικών μας χρόνων που νομιμοποιείται καθώς συμβαδίζει με τις μνήμες των ηρώων -αλλά και πολλαπλασιάζεται στη σκηνή του τέλους συμβολίζοντας την Ντίσνεϊλαντ στην οποία έχει καταντήσει ο σύγχρονος κόσμος- συνωστίζονται ποικίλα «ευρήματα», εκ των οποίων τα περισσότερα είναι εφετζίδικα, πλατειάζουν και θολώνουν τον άξονα της παράστασης: ένας ελέφαντας, δύο εγκυμονούσες, μαξιλαροπόλεμοι, μούτες, τσιρίγματα, λαχανικά που εκτοξεύονται και άλλα διογκωμένα στοιχεία παλιμπαιδισμού. Και επιπλέον ανατροπή στις ηλικίες των ρόλων (;) που αποπροσανατολίζουν τον θεατή: Η Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει τη δεκαεφτάχρονη Ανια, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη τη μητέρα της και η νεαρή Δάφνη Πατακιά τον 87χρονο Φιρστ. Τι να πει κάνεις για τους καλούς ηθοποιούς που υπηρέτησαν με αυταπάρνηση ό,τι τους ζητήθηκε.

Άκουσα το κοινό να γελάει με την καρδιά του λες και έβλεπε μια απροβλημάτιστη φαρσοκωμωδία και μόνο τότε αισθάνθηκα την απέραντη ματαιότητα του Τσέχωφ.

Ελένη Πετάση - [email protected]