Είδαμε την «Όπερα της πεντάρας» στο Παλλάς

i-opera-tis-pentaras-opera-tis-pentaras Patroklos Skafidas
ΤΡΙΤΗ, 22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016

Το κλασικό έργο των Μπέρτολτ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά είναι η πιο πολυσυζητημένη παράσταση της άνοιξης. Την είδαμε και καταγράψαμε τις εντυπώσεις μας.

Ίσως η πιο πολυσυζητημένη παράσταση που έχει ανέβει έως τώρα μέσα στη χρονιά να είναι «Η όπερα της πεντάρας» που παρουσιάζεται στη σκηνή του Παλλάς. Ο Γιάννης Χουβαρδάς «αναμετράται» με το εμβληματικό έργο των Μπέρτολτ Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ, το οποίο αν και επιτυχημένο και δημοφιλές στον κόσμο των μιούζικαλ, μόνο προσιτό και εύκολο στην ανάγνωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Εμπλέκει πολλά είδη θεάτρου και αποτελείται από πολλαπλά επίπεδα, ενώ σε ένα meta επίπεδο σχολιάζει τις ίδιες τις προσδοκίες του κοινού.

Αυτό που μπορεί να πει κανείς σε μια πρώτη φάση, είναι ότι δίκαια οι προσδοκίες από το ανέβασμα του Χουβαρδά ήταν ιδιαιτέρως υψηλές. Ο θίασος που έχει μαζέψει είναι εξαιρετικός, υπάρχει μια 12μελής ορχήστρα έτοιμη να αναδείξει το πλούσιο μουσικό κομμάτι και η μεγάλη σκηνή του Παλλάς ενδείκνυται για να φιλοξενήσει ένα τέτοιο έργο, αναδεικνύοντας κάθε λεπτομέρειά του.

Ας δούμε όμως πρώτα την υπόθεση, σε περίπτωση που δεν έχετε δει την παράσταση ή την παρακολουθήσατε και χάσατε κάπου τη ροή. Επικεντρωνόμαστε σε μικρές καθημερινές αστικές ιστορίες του βικτωριανού Λονδίνου, οι οποίες ενώνονται με σκοπό να αποδοθεί κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα αξιών. Η πρώτη πράξη τοποθετείται στο μαγαζί του κυρίου Πίτσαμ, αφεντικού των ζητιάνων, στους οποίους πουλάει μεν προστασία, εκμεταλλεύεται ωστόσο τα καθημερινά τους κέρδη, εμπορευματοποιώντας την έννοια της ελεημοσύνης. Ο Πίτσαμ ανακαλύπτει πως η κόρη του, Πόλλυ, την οποία επίσης βλέπει ως κτήμα του ετοιμάζεται να παντρευτεί τον διαβόητο κακοποιό Μακχήθ. Τότε θα κάνει τα πάντα για να στείλει τον Μακχήθ στην κρεμάλα, εκμεταλλευόμενος τη στενή του φιλία με τον αρχηγό της αστυνομίας. Στη δεύτερη πράξη συναντάμε τον Μακχήθ στη φυλακή, ενώ γύρω του στήνεται μια υστερική φαρσοκωμωδία που σηματοδοτεί τη σήψη οποιασδήποτε ηθικής για χάρη του συμφέροντος του ισχυρού.

Patroklos Skafidas

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά στηρίζεται στην κριτική του πολιτικού συστήματος από τον Μπρεχτ και δημιουργεί ένα φουτουριστικό τοπίο (εντυπωσιακά τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη), στο οποίο όλα είναι πλήρως ρομποτοποιημένα, με την ελευθερία να έχει πουληθεί και αυτή στο όνομα του κέδρους. Σε αυτό τον κόσμο ταιριάζουν ιδανικά τα κοστούμια των ηθοποιών. Η δουλειά της Ιωάννας Τσάμη είναι εξαιρετική και δίνει την ευκαιρία στον άξιο θίασο να δημιουργήσει καρικατούρες των χαρακτήρων, κάτι που είναι και το ζητούμενο. Ο Μπρεχτ είχε ζητήσει αποστασιοποίηση από τους ηθοποιούς του στο πρώτο ανέβασμα του έργου και αυτό επιτυγχάνεται και εδώ. Ο στόχος δεν είναι να συγκινηθεί το κοινό από τα παθήματα των ηρώων, αλλά να αποκτήσει μια ευρύτερη εικόνα για το πώς κινούνται τα γρανάζια των δομών της κοινωνίας και πόσο σαθρές είναι οι βάσεις του συστήματος.

Ως εδώ, όλα λειτουργούν ρολόι. Η νεωτεριστική μετάφραση του Γιώργου Δεπαστά δεν ξεφεύγει από τα μπρεχτικά πρότυπα και επιτυγχάνει παράλληλα να κάνει το έργο προσιτό στο ευρύ κοινό, με τους ηθοποιούς να χειρίζονται άψογα το λόγο. Κορυφαίος όλων, ο Χρήστος Λούλης. Είχε αποδείξει την ικανότητά του να πρωτοστατεί ανάμεσα σε εξαιρετικούς θιάσους και στον περυσινό «Άμλετ» επίσης σε σκηνοθεσία Χουβαρδά και εδώ απολαμβάνει πλήρως τη μεταμόρφωσή του ως Μακχήθ. Η κίνησή του είναι αέρινη, χορεύει, τραγουδάει και εν ολίγοις κάνει τα πάντα και σηκώνει στις πλάτες του όλη σχεδόν την παράσταση. Όταν λείπει από τη σκηνή, η παράσταση χάνει σε ενέργεια. Από εκεί και πέρα, η Νάντια Κοντογεώργη (ως Πόλλυ) ξεχωρίζει για την ικανότητά της στο τραγούδι, κάτι απολύτως λογικό μιας και είναι ό,τι καλύτερο έχει να δείξει αυτή τη στιγμή το θέατρό μας σε μιούζικαλ. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου με φλέγμα και σαρκαστική διάθεση πατάει σωστά στο ρόλο του Πίτσαμ, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μοιάζει να βγήκε κατευθείαν από τον κόσμο του Τιμ Μπάρτον, η Λυδία Φωτοπούλου είναι από τα highlights και ως παρουσία και στο τραγούδι και ο Νίκος Καραθάνος αν και ακραίος όπως μας έχει συνηθίσει, πετυχαίνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ερμηνείες της σχολής που έχει δημιουργήσει, βρισκόμενος μάλιστα σε ένα διπλό ρόλο.

Patroklos Skafidas

Κρίνοντας από όλα τα παραπάνω, θα συμπέραινε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με ένα εμπνευσμένο ανέβασμα που δίκαια χαρακτηρίζεται μέχρι και ως αριστούργημα. Παρόλα αυτά, αν και όλα δείχνουν να λειτουργούν στην εντέλεια, με τα συστατικά να είναι όλα εκεί, στο τέλος κάτι λείπει. Όσο εύκολα θαμπώνεσαι στην αρχή, τόσο χάνεις το ενδιαφέρον σου στην πορεία και αν και η αισθητική της παράστασης είναι πολύ υψηλού επιπέδου και από μόνη της συνιστά ένα σχόλιο, δε σου αφήνει τίποτα μόλις τελειώσει.

Είπαμε πως η αποστασιοποίηση των ηθοποιών από το έργο είναι απαραίτητη προϋπόθεση, εδώ όμως υπάρχει μια αποστασιοποίηση από το κοινό. Η 12μελής ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Θοδωρή Οικονόμου κάνει τα πάντα για να γεμίσει τη σκηνή με τις υπέροχες μελωδίες του Κουρτ Βάιλ, αλλά παρά τις προσπάθειες των ηθοποιών, επικρατεί μια αίσθηση στατικότητας που δεν εμπνέει το θεατή να διεισδύσει στο πολύπλευρο σύμπαν που έχει χτιστεί.

Patroklos Skafidas

Ακόμη και αν χαρακτηρίζαμε βέβαια τη συγκεκριμένη παράσταση ως αποτυχία, σίγουρα αποτυγχάνει με γούστο και με πολύ ενδιαφέρον. Ποτέ ένα έργο του Μπρεχτ δεν μπορεί να είναι «εύκολο» και αυτό ισχύει τόσο για τους δημιουργούς που το προσεγγίζουν όσο και για το κοινό που το «καταναλώνει». Οι προθέσεις εδώ ήταν οι καλύτερες δυνατές, το όραμα υπήρχε, δεν πέρασε όμως στο κοινό και χάθηκε κάπου στην αχανή σκηνή του Παλλάς. Ίσως το ζητούμενο να ήταν μια πιο «κλειστή» σκηνοθεσία, ίσως πάλι να έπρεπε να φοβηθεί λιγότερο ένα πιο «εμπορικό» άνοιγμα ώστε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τη σκηνή, το σίγουρο πάντως είναι ότι μέσω αυτής της παράστασης πολύς περαστικός κόσμος μυήθηκε ή θα μυηθεί στον κόσμο του Μπρεχτ και αυτό είναι κάτι που μόνο αμελητέο δεν το θεωρούμε.

Γιάννης Μόσχος

[email protected]