Κριτική ταινίας:«Το κυνήγι»

kritiki-tainiasto-kunigi

ΠΕΜΠΤΗ, 08 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012

O Τόμας Βίντερμπεργκ δίνει ένα δυναμικό κινηματογραφικό παρόν στο φετινό Φεστιβάλ Καννών εντυπωσιάζοντας κοινό και κριτικούς με την ταινία του «Το Κυνήγι».

«Το κυνήγι» (The hunt)

Έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια παραγωγής αποτυχημένων ταινιών, ο Βίντερμπεργκ φαίνεται να βρίσκει την παλιά του πνοή και δυναμικότητα, καταγράφοντας με στυγνό τρόπο κάποιες από τις “ασθένειες” που καθιστούν μια κοινωνία νοσηρή.

Μέσα από μια απλή φαινομενικά ιστορία, αδράττει την ευκαιρία να ασκήσει κριτική σε αβασάνιστα παγιωμένες αντιλήψεις και στον τρόπο σκέψης μιας κοινότητας ανθρώπων που αδόκητα μετατρέπει εύκολα έναν αθώο σε θύμα. Eρωτήματα πάνω στην πλάνη και την αλήθεια βγαίνουν στην επιφάνεια μέσα από την αναπαράσταση καταστάσεων και συκοφαντιών που κυνηγούν το κεντρικό πρόσωπο-θύμα ενώ το ίδιο κυνηγά και επιδιώκει την αποκάλυψη της αλήθειας.

Θεμελιωτής του κινηματογραφικού ρεύματος «Δόγμα ’95» μαζί με το Λαρς Φον Τρίερ, το 1998 ο Τόμας Βίντερμπεργκ καταπλήσσει στις Κάννες με την κινηματογράφηση του “Festen”, ενός οικογενειακού γεύματος όπου οι μάσκες όλων πέφτουν βίαια και ξαφνικά από την αφοπλιστική ειλικρίνεια ενός προσώπου-μέλους της οικογένειας που σοκάρει με τις μαρτυρίες του περί παιδοφιλίας του σεβάσμιου πατέρα. Τώρα, στη νέα του ταινία θίγει το ζήτημα της παιδικής αθωότητας, το θέτει υπό αμφισβήτηση δημιουργώντας ερωτήματα πάνω στις άκριτα αποδεκτές θέσεις ότι «τα παιδιά λένε πάντα την αλήθεια», «τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο»… Άμεσα ασκεί κριτική σε αυτή την κυριαρχούσα νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας που έχει δημιουργήσει το φαινόμενο «Το Παιδί-Βασιλιάς- Τύραννος».

Ένα όμορφο ξανθό κοριτσάκι συκοφαντεί το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, το Λούκας, παίρνοντας εκδίκηση επειδή αυτός δεν ανταποκρίθηκε στα καπρίτσια του. Όπως και στο “Festen”, χρησιμοποιείται και πάλι εδώ η παιδοφιλία ως φόντο αλλά με έναν αντίστροφο τρόπο: το 1998 ετίθετο το ζήτημα του κακού που μπορούν να προκαλέσουν οι μεγάλοι στα παιδιά, ενώ στο «Κυνήγι» ο θεατής παρακολουθεί το κακό, τη ζημία που μπορεί να προκαλέσει ένα παιδί σε ένα μεγάλο, εκσφενδονίζοντας ένα αθώο (;) ψέμα.

Ο Λούκας (Μαντς Μίκκελσεν) είναι ένας σαραντάρης που εργάζεται σε ένα σχολείο μιας επαρχίας. Μετά το διαζύγιό του, η ζωή του φαίνεται να κυλά ομαλά: αγαπά τη δουλειά του και τα παιδιά, αποκτά μια σύντροφο και μεθοδεύει όλες τις ενέργειες για να πάρει την επιμέλεια του γιου του. Ωστόσο, όλα ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν η Κλάρα -ένα πεντάχρονο παιδί του σχολείου- μιλήσει για τα γεννητικά όργανα του Λούκας στη διευθύντρια του σχολείου. Λίγες μέρες πριν, η Κλάρα προσπάθησε να φιλήσει στο στόμα το Λούκας και εκείνος αρνήθηκε.

Η διευθύντρια όχι μόνο πιστεύει απευθείας το παιδί αλλά και απολύει το Λούκας.

Το «μαντάτο» κυκλοφορεί στη μικρή κοινωνία του χωριού και μεταδίδεται από στόμα σε στόμα έχοντας ως αποτέλεσμα τη βαθμιαία αποπομπή του αθώου η οποία εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους: από τα βλέμματα αποδοκιμασίας και απέχθειας που ρίχνουν επάνω του μέχρι και τις γροθιές και κλωτσιές που δέχεται ο γιος του αλλά και ο ίδιος από το προσωπικό του σούπερ-μάρκετ της περιοχής. Ο Λούκας μετατρέπεται σε έναν απόκληρο της κοινωνίας, χάνει την αξιοπρέπειά του και τον καλύτερό του φίλο.

Ο Μαντς Μίκκελσεν με μια εντυπωσιακή ερμηνεία ενσαρκώνει πειστικότατα τον «αποδιοπομπαίο τράγο», τον κυνηγημένο και απαρνημένο άδικα από την κοινωνία που μάχεται για να αποδείξει την αθωότητά του και την αλήθεια. Ίσως χωρίς αυτόν, το φιλμ να ήταν αποτυχία. Επόμενο ήταν να λάβει το Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας από την κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Καννών.

Ο Βίντερμπεργκ, λοιπόν, επιστρέφει με ένα συμπαγές θέμα, με μια δυνατή ιστορία και μια εικόνα ιδιαίτερα φροντισμένη. Χαρακτηριστικά είναι τα πλάνα της φύσης με τα μελαγχολικά φθινοπωρινά χρώματα και αργότερα το ψυχρό λευκό του χιονιού που συνδυάζονται ευφυώς με την εσωτερική κατάσταση του ήρωα. Η μακρά εστίαση, επίσης, σε κάποια σημεία προσθέτει στο αισθητικό αποτέλεσμα.

Η γενικευμένη υστερία της μικρής κοινωνίας αποτυπώνεται σε crescendo ρυθμούς με μελανά χρώματα δίνοντας την ευκαιρία στο σκηνοθέτη να ασκήσει κριτική στην α-νοησία κοινωνικών πεποιθήσεων και συμπεριφορών, αφήνοντας να διαφανεί ένας ενδόμυχος μισανθρωπισμός. Οι αρχές του Δόγματος έχουν ξεπεραστεί από καιρό, ωστόσο, κάποια κατάλοιπά του μπορούμε να διακρίνουμε στη μερική χρήση της κάμερας στον ώμο που με την αισθητική της απόδοση έρχεται να υπογραμμίσει την ένταση των καταστάσεων και την εσωτερική αναστάτωση του κεντρικού χαρακτήρα (υποκειμενική χρήση της κάμερας- camera subjective).

Ένα άλλο στοιχείο που παραπέμπει στο Δόγμα είναι μία από τις βασικές αρχές του την οποία φαίνεται ότι αυτό το κινηματογραφικό εγχείρημα υπηρετεί: «Υπέρτατος σκοπός μου είναι να φέρω στην επιφάνεια την αλήθεια των προσώπων και των σκηνών μου με οποιοδήποτε τίμημα». Οι ταινίες του Δόγματος ’95 φιλοδοξούσαν να φέρουν στην επιφάνεια με ωμό τρόπο τις ατέλειες και τα προβλήματα των κοινωνικών συστημάτων παίζοντας το ρόλο ενός βαρομέτρου.

Στην ταινία «Το Κυνήγι», ο σκηνοθέτης θίγει με έμμεσο τρόπο διάφορα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη φύση του ανθρώπου, τη λειτουργία των κοινωνιών και το ρόλο του καθενός μέσα σε αυτή. Φαίνεται να ακολουθεί την παράδοση παλαιότερων κινηματογραφιστών, όπως του συμπατριώτη του Καρλ Ντράγιερ ή και του Μπέργκμαν ως προς το μέλημά του της αποκάλυψης των πτυχών της ψυχής του ανθρώπου και της εξερεύνησης αυτής. Με όργανο την κάμερα φτιάχνει μια ταινία- καταγραφή των χαρακτηριστικών μιας κοινωνίας που άνετα θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως υλικό σε μελετητές κοινωνικών επιστημών. Χωρίς να ενδιαφέρεται γα τις επιπτώσεις, μοιάζει να ασπάζεται την περίφημη φράση του Μπέρτολντ Μπρεχτ από την ‘’Όπερα της Πεντάρας’’: «Ο άνθρωπος είναι κακός» ή και τη φράση του Φριτς Λάνγκ: «Μπορούμε να προβλέψουμε το κακό καταδεικνύοντάς το».

Παίζουν: Μαντς Μίκελσεν, Τόμας Μπο Λάρσεν, Ανίκα Βέντερκοπ. Η ταινία προβάλλεται από τη Seven Films.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ