«Solo: A Stars Wars Story»: Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός

Παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες, την καταιγιστική δράση και την ενδιαφέρουσα ιστορία, η ταινία δύσκολα «δικαιολογεί» την ύπαρξή της.

Όταν ανακοινώθηκε πως η δεύτερη ταινία στην ανθολογία αυτοτελών ταινιών «Star Wars» θα επικεντρώνεται στην ιστορία του Han Solo, η αλήθεια είναι πως πολλοί θαυμαστές της σειράς εξέφρασαν απορία και σκεπτικισμό. Άλλωστε, οι πρώτες σκηνές με τον νεαρό Harrison Ford στην καντίνα του Mos Eisley (όπου πυροβολεί πρώτος) αποκαλύπτουν όλα όσα χρειαζόμαστε να ξέρουμε για αυτόν: φαφλατάς, κατεργάρης, αδίστακτος. Τι ανάγκη υπήρχε λοιπόν να μάθουμε για το παρελθόν του;

Οι αμφιβολίες είχαν να κάνουν με το λεγόμενο «franchise fatigue», την ιδέα ότι μετά από ένα διάστημα οι ταινίες μιας σειράς αρχίζουν να κουράζουν, καθώς επαναλαμβάνονται και προτιμούν την «ασφάλεια» του fan service, αντί να τολμούν να καινοτομήσουν. Ακόμα και στην περίπτωση της Marvel, η οποία έχει στήσει το πιο πετυχημένο franchise όλων των εποχών μέσα σε περίπου δέκα χρόνια, έχουν κυκλοφορήσει ορισμένες ταινίες που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες κοινού και κριτικών. Με τα σχέδια της Lucasfilm να περιλαμβάνουν μια ταινία κάθε χρόνο για το προσεχές μέλλον και μια live action σειρά στα σκαριά, εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ο «κορεσμός» δε θα αργήσει να έρθει.

Η προβληματική παραγωγή της ταινίας που σκηνοθέτησε ο Ron Howard σίγουρα δεν ήταν καλός οιωνός, αλλά τα «κακά προαισθήματα» τελικά δεν ήταν τόσο άσχημα. Όπως το «Rogue One» το 2016, έτσι και το «Solo» εξετάζει τον φανταστικό space opera κόσμο του George Lucas από μια άλλη πτυχή, χωρίς να παρεκκλίνει από τις γενικότερες παραμέτρους μιας ταινίας «Star Wars». Έτσι λοιπόν το fan service και οι διασυνδέσεις με άλλους, πιο γνωστούς χαρακτήρες και ιστορίες στη σειρά, δε λείπουν.

Θεματικά, το «Solo» είναι ένα heist movie, θυμίζοντας ταινίες όπως την κλασική «Ληστεία αλά ιταλικά» ή την πιο σύγχρονη «Συμμορία των 11», με τον Han Solo να αποτελεί τον κεντρικό ήρωα της ιστορίας. Η ταινία ξεκινά με τα πρώτα βήματά του στην παρανομία και τον υπόκοσμο του μακρινού γαλαξία, με την Αυτοκρατορία να λειτουργεί κυρίως ως κομπάρσος. Έχοντας αποχωριστεί από την κοπέλα του, Qi’Ra, (την οποία υποδύεται η Emilia Clarke), ο νεαρός Solo θα μπλέξει σε μια σειρά από περιπέτειες με στόχο να βρεθεί ξανά κοντά της. Στη διαδρομή θα συναντήσει πολλούς άλλους χαρακτήρες που θα τον βοηθήσουν να φέρει εις πέρας την αποστολή του, αλλά και να του μάθουν πως δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανένας (εκτός, ίσως, από τον Chewbacca).

Παρά τις αμφιβολίες για το κάστινγκ, ο Alden Ehrenreich δεν απογοητεύει στον πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτελεί εξαιρετική «εναλλακτική» στον Harrison Ford, όπως αντίστοιχα ο Ewan McGregor υποδύθηκε τον νεότερο Obi-Wan Kenobi στην (αμφιλεγόμενη) πρίκουελ τριλογία, με σεβασμό στην ερμηνεία του Alec Guinness. Αυτό όμως ισχύει και στην περίπτωση του Donald Glover που ξεχώρισε στον ρόλο του Lando Calrissian, τον οποίο κληρονόμησε από τον Billy Dee Williams – ίσως μάλιστα να είναι ο μεγάλος «χαμένος», σε βαθμό που θα ήταν άδικο να μην εμφανιστεί ξανά σε μια από τις μελλοντικές ταινίες της ανθολογίας.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ταινίας είναι η ανάπτυξη της σχέσης του Han Solo με τον Chewbacca. Έχοντας βρεθεί σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες και οι δύο, γρήγορα δένονται και γίνονται αχώριστοι φίλοι, ενώ μαθαίνουμε ορισμένα πράγματα για τον τριχωτό γίγαντα, όπως την ηλικία του και την τύχη της φυλής του μετά το τέλος της πρίκουελ τριλογίας (όπου είχε μια cameo εμφάνιση στο πλευρό του Yoda). Από τη μέση της ταινίας και μετά, η σχέση των δύο είναι αυτή που έχουμε μάθει από τις τριλογίες: ο Han Solo είναι ο γόης φαφλατάς και ο Chewbacca ο πιστός, καλόψυχος φίλος του που δε θα διστάσει να αναλάβει δράση, όταν το απαιτήσει η περίσταση.

Επιστρέφοντας στον παραλληλισμό με το franchise της Marvel, το «Solo» είναι μια ταινία ανάλογη του «Ant-Man»: έχει πλούσια δράση που είναι μεν «γνώριμη», αλλά προσφέρει κάτι μοναδικό στον χώρο του «Star Wars». Δυστυχώς όμως δεν φαίνεται ικανή να σταθεί από μόνη της, στον βαθμό που μπόρεσε το «Rogue One», αφού αποτελεί κομμάτι ενός μεγαλύτερου μωσαϊκού. Αυτό φαίνεται κυρίως στο τέλος της ταινίας, το οποίο δίνει την εντύπωση πως γράφτηκε κάπως εσπευσμένα, με κύριο στόχο να κλείσει τις περισσότερες «ανοιχτές υποθέσεις» που προέκυψαν στη ταινία και να ισχυροποιήσει την σύνδεση της με τις τριλογίες.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ

διαβάστε επίσης
  • ΟΛΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ