Κριτική ταινίας:«Οι άθλιοι»

kritiki-tainiasoi-athlioi

ΠΕΜΠΤΗ, 14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013

Μετά την «Άννα Καρένινα», ένα άλλο κλασικό έργο της λογοτεχνίας προσαρμόζεται για τη μεγάλη οθόνη. Αυτή τη φορά πρόκειται για το ιστορικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα «Οι άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ.

«Οι άθλιοι»

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, «Οι άθλιοι» είναι μια μουσική ταινία και αποτελεί την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού μιούζικαλ το οποίο από το 1980 έχει διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία με ρεκόρ θεαματικότητας (πάνω από 60 εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο). Στα φετινά βρετανικά βραβεία BAFTA, το μιούζικαλ κατάφερε να κερδίσει το βραβείο Β’ Γυναικείου Ρόλου με την Ανν Χάθαγουεϊ, καθώς και τρία τεχνικά Βραβεία για την παραγωγή, τον ήχο και το make-up.

Ευρύτατα γνωστό μυθιστόρημα, «Οι άθλιοι» σκιαγραφούν την κοινωνική αδικία, την αθλιότητα και τη μιζέρια των αδύναμων φτωχών ανθρώπων σε μια Γαλλία του 19ου αι. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία γεμάτη πάθη, εξεγέρσεις, ανεκπλήρωτους έρωτες, αγάπη, θυσίες, τελική ανάταση και λύτρωση. Πολλές διαμάχες λαμβάνουν χώρα, όχι μόνο εξωτερικές αλλά και εσωτερικές, της ανθρώπινης ψυχής και του νου: μια διαρκής αναμέτρηση του καλού και του κακού, των νόμων της κοινωνίας και της ηθικής, μια συνεχής αγωνιστικότητα, επίσης, για ελευθερία, ισότητα και πρόοδο. Στοιχεία που συνιστούν το φιλοσοφικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος.

Το μιούζικαλ επικεντρώνεται, όπως είναι φυσικό, σε ένα μέρος του εκτενούς έργου. Ο Γιάννης Αγιάννης (Χιου Τζάκμαν) είναι ένας πρώην κατάδικος που εξέτισε δέκα εννέα χρόνια ποινής επειδή έκλεψε ένα ψωμί. Όταν βγαίνει από τη φυλακή και έπειτα από πολλές περιπέτειες, καταφέρνει να γίνει δήμαρχος σε μια πόλη.

Συμπαραστέκεται στους φτωχούς και γνωρίζει τη Φαντίν (Αν Χάθαγουεϊ), μια νέα γυναίκα που γίνεται θύμα κοινωνικής κατακραυγής επειδή έχει ένα εξώγαμο παιδί. Λίγο πριν αυτή πεθάνει, της υπόσχεται ότι θα φροντίζει την κόρη της, την Κοζέτ. Στο μεταξύ, ο Γιάννης Αγιάννης καταδιώκεται μόνιμα από τον Ιαβέρη (Ράσελ Κρόου), έναν τρομερό αστυνομικό. Μια σειρά από διάφορα επεισόδια ακολουθούν τα οποία επιδεικνύουν και επιβεβαιώνουν τη διαχρονική δύναμη της ανθρώπινης θέλησης, την ανεξάντλητη πηγή ενέργειας που διαθέτει ο άνθρωπος όταν θέλει να αλλάξει μια κατάσταση.

Η ιστορία των Αθλίων του Βίκτωρος Ουγκώ έχει γνωρίσει στο παρελθόν πολλές προσαρμογές για το σινεμά με διαφορετικά στυλ σκηνοθεσίας και αναπαράστασης. Σκηνοθέτης τώρα, στη νέα ταινία, είναι ο βρετανός Τομ Χούπερ, βραβευμένος με Όσκαρ για την ταινία του «Ο Λόγος του Βασιλιά». Το κάστινγκ, αντίστοιχα, εντυπωσιακό, με μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών να παρελαύνουν (Χιου Τζάκμαν, Ράσελ Κρόου, Αν Χάθαγουεϊ, Σάσα Μπαρόν Κοέν...). Αναμφισβήτητα, πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο σχέδιο με ένα γερό budget να το υποστηρίζει.

Και ενώ όλα τα «υλικά» έχουν συγκεντρωθεί για μια επιτυχημένη συνταγή, μένει να αναρωτηθούμε για το αποτέλεσμα. Κάθε φορά που προσαρμόζεται κινηματογραφικά ένα λογοτεχνικό ή και θεατρικό έργο ανοίγεται η εξής προβληματική: ο δημιουργός της εκάστοτε ταινίας καταφέρνει να μεταδώσει το πνεύμα και τη δραματική ένταση του έργου που προσαρμόζει; Υφίσταται ο προαπαιτούμενος σεβασμός στο αρχικό κείμενο; Κατά τη διαδικασία μετα-τροπής, μετεγγραφής των λογοτεχνικών σελίδων σε κινηματογραφικές εικόνες διατηρείται ο ρυθμός του έργου, ανανεώνεται με νέα μέσα ή αντίθετα ευτελίζεται και γελοιοποιείται;

Η μεταφορά στον κινηματογράφο ενός έργου του Ουγκώ αποτελεί από μόνη της ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα και παρακινδυνευμένο. Αυτό γίνεται ακόμη πιο λεπτό όταν το έργο μετατρέπεται σε μιούζικαλ. Ο Τομ Χούπερ κάνει γενναίες προσπάθειες να εντυπωσιάσει και να μεταδώσει τη συγκινησιακή δύναμη που διατρέχει το κλασικό μυθιστόρημα του Ουγκώ. Χαρακτηριστικό είναι το ντεκόρ που συνοδεύει τα τραγούδια των ηρώων όταν αυτοί βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους.

Έτσι, η αίσθηση μοναξιάς και εγκατάλειψης από έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση που βιώνει η Επονίν (Σαμάνθα Μπαρκς), αποδίδεται όχι μόνο με το λυπητερό τραγούδι της αλλά και με την παγερή βροχή που πέφτει ασταμάτητα σε ένα γκρίζο έδαφος. Ο Ιαβέρης τραγουδά δίπλα σε ένα τεράστιο γλυπτό πουλιού μα ανοιγμένα φτερά στην κορυφή ενός κτιρίου. Το ντεκόρ έρχεται να φορτίσει σημασιολογικά και να σχολιάσει τις προσωπικές του αναζητήσεις και τους σκοπούς.

Ο Μάριο (Έντι Ρέντμαϊν), θρηνεί το χαμό των συντρόφων του μέσα σε ένα άδειο, μεγάλο δωμάτιο κατεστραμμένο και ερειπωμένο. Όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να ερμηνεύσουν τα πρόσωπα, τις διακυμάνσεις της ψυχής τους και τις αντιδράσεις τους σε κάθε κατάσταση. Μάλιστα, τραγουδούν ζωντανά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και όχι με playback, έπειτα από απαίτηση του σκηνοθέτη για να αποδοθεί ένας ρεαλισμός.

Ωστόσο, παρά την αναμφισβήτητη συμβολή όλων των παραπάνω, ο Τομ Χούπερ δεν πείθει με το αποτέλεσμα. Ο θεατής βγαίνει βαριεστημένος και κουρασμένος από τα αμέτρητα τραγούδια, το άκαμπτο ντεκουπάζ και την πομπώδη σκηνοθεσία που κραυγάζει για εντυπωσιασμό. Σε όλα τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν και τα εξωτερικά σκηνικά –τεχνητά στην πλειοψηφία τους- όπως και κάποιες ζωγραφιές του Παρισιού, ως φόντο του ντεκόρ, εγγράφοντας με αστείο και παιδιάστικα αφελή τρόπο το λόγο του Ουγκώ μέσα σε συμφραζόμενα Χόλιγουντ.

Κάποιες φορές δίνεται η εντύπωση ότι το μυθιστόρημα «Οι άθλιοι» είναι το πρόσχημα για ακόμη μία υπερπαραγωγή.

Παίζουν: Χιου Τζάκμαν, Ράσελ Κρόου, Αν Χάθαγουεϊ, Αμάντα Σέϊφριντ, Έντι Ρέντμαϊν, Σαμάνθα Μπαρκς, Σάσα Μπαρόν Κοέν, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ.

Η ταινία προβάλλεται από την UIP.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ