«Το παιχνίδι με τη φωτιά» σε ένα αινιγματικό ερωτικό τρίγωνο

burning
ΔΕΥΤΕΡΑ, 14 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019

Η υποψηφιότητα της Νότιας Κορέας για το φετινό Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας είναι ένα ήσυχο αλλά δυνατό ερωτικό δράμα που εξελίσσεται σε ψυχολογικό θρίλερ.

«Ένας κόσμος που καταλαβαίνουμε ότι είναι λάθος, ωστόσο, δεν μπορούμε να δείξουμε με το δάχτυλο αυτό το λάθος». Με αυτά τα λόγια έχει περιγράψει τον κόσμο της ταινίας «Το παιχνίδι με τη φωτιά» (Burning/Beoning) ο σκηνοθέτης της Chang-dong Lee κάνοντας μία αφηρημένη αλλά εύστοχη σύνοψη της ιστορίας που μας αφηγείται και η οποία έχει κερδίσει πολλά βραβεία, έχει μπει στις περισσότερες λίστες με τις καλύτερες ταινίες του 2018 (στην Ελλάδα τη βλέπουμε λίγο καθυστερημένα, αν και την απολαύσαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας), έχει βάλει πλώρη για τα Όσκαρ και έχει μπει στη λίστα με τις αγαπημένες ταινίες του δηλωμένα σινεφίλ Μπαράκ Ομπάμα.

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι «Barn Burning» το «Παιχνίδι με τη φωτιά» αποτελεί μια περίεργη αλλά ήσυχη ταινία η οποία χρειάζεται αρκετό χρόνο για να ειπωθεί (έχει άλλωστε διάρκεια περίπου 2,5 ώρες). Στην ουσία όμως δεν πρόκειται για μεταφορά του διηγήματος του Μουρακάμι, καθώς η ιστορία έχει υποστεί σοβαρή επεξεργασία ενώ φέρει στοιχεία και από ένα διήγημα του Γουίλιαμ Φώκνερ με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, «Barn Burning» δηλαδή, γι’ αυτό και για τον σκηνοθέτη η ταινία αποτελεί τελικά την ιστορία του νεαρού Φώκνερ που ζει στον κόσμο του Μουρακάμι.

«Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος εδώ, μόνο η ηθική της φύσης»
Η ιστορία αφορά τον Γιόνγκσου (Ah-in Yoo), ένα νεαρό που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας αλλά παλεύει να τα βγάλει πέρα με μία part time δουλειά στην πόλη και την φροντίδα των ζώων που διαθέτει στο χωριό ο πατέρας του, ο οποίος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα με τη δικαιοσύνη. Μια μέρα ο Γιόνγκσου συναντάει τυχαία μια κοπέλα με την οποία είχαν μεγαλώσει μαζί, στο ίδιο χωριό. Η Χάεμι (Jong-seo Jun) είναι μια εύθραυστη στην παρουσία αλλά σέξι στη συμπεριφορά κοπέλα η οποία έρχεται πολύ κοντά με τον Γιόνγκσου. Το ειδύλλιό τους, ωστόσο, μπαίνει σε παύση γιατί η Χάεμι αναχωρεί για ένα ταξίδι στην Αφρική και τη «Μεγάλη πείνα», μία χρωματισμένη δηλαδή υπαρξιακά αναζήτηση. Από αυτό το ταξίδι η  Χάεμι γυρίζει … διπλή, με τη συντροφιά του Μπεν (Steven Yeun), ενός πλούσιου και καλλιεργημένου νεαρού γεμάτο μυστήριο και περίεργες συνήθειες.

Η είσοδος του Μπεν στην οθόνη και την ιστορία διαταράσσει την ισορροπία στη ζωή των ηρώων ενώ εγκαινιάζει ένα νέο κινηματογραφικό είδος στην ταινία. Ξεκινώντας έτσι από ένα ερωτικό δράμα που εστιάζει στη μοναξιά και την προσπάθεια προσδιορισμού του εαυτού απέναντι στους άλλους, η ιστορία συνεχίζει σε weird τόνους όταν διαμορφώνεται το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ των ηρώων εστιάζοντας πλέον περισσότερο στην κοινωνική τάξη για να καταλήξει σε ένα ψυχολογικό θρίλερ με τον Γιόνγκσου συνεχώς να ψάχνει κάτι- τη Χάεμι, τον Μπεν, τα θερμοκήπια, το πηγάδι, τη γάτα, την αλήθεια, τον εαυτό του.

Κομβική για αυτή την αλλαγή κλίματος αποτελεί η σκηνή στο Παζού (το οποίο βρίσκεται κοντά στη στρατιωτική οροθετική γραμμή που χωρίζει στα δύο την κορεατική χερσόνησο και γι’αυτό η τηλεόραση του Γιόνγκσου πιάνει την προπαγάνδα της Βόρειας Κορέας). Το ζευγάρι επισκέπτεται τον Γιόνγκσου και οι δύο άνδρες αποκαλύπτουν διάφορα πράγματα ο ένας στον άλλο μπροστά στο υπέροχο δειλινό- η σκηνή χρειάστηκε ένα μήνα ώστε να γυριστεί καθώς κάθε βράδυ οι συντελεστές είχαν λίγα μονάχα λεπτά με τα σωστά χρώματα. Παρόλο που η κάμερα του Chang-dong Lee σε όλο το πρώτο μέρος τραβάει σταθερά, καθαρά και λίγο μακρινά νατουραλιστικά πλάνα που σε κάνουν να νομίζεις πως είσαι μέσα στο κάδρο, σε αυτή τη σκηνή τοποθετεί τους δύο ήρωες μαζί και τραβάει από κοντά και στο πλάι, θολώνοντας πότε τον ένα και πότε τον άλλο με τρόπο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ο ένας είναι ο καθρέφτης του άλλου.

Έπειτα από αυτή τη συζήτηση αλλάζει η κατάσταση του κεντρικού ήρωα και ο σκηνοθέτης το δηλώνει ρίχνοντάς του στο πρόσωπο το κόκκινο φως από το αυτοκίνητο που φεύγει. Αλλάζει επίσης, όπως έχει προαναφερθεί, το είδος της ιστορίας καθώς η εξέλιξη κινείται πλέον από το μυστήριο, αλλάζει όμως και ο τρόπος κινηματογράφησης. Το πάντα καθαρό τοπίο γίνεται πιο θαμπό από την ομίχλη, τα χρώματα του ουρανού και το μουσαμά των θερμοκηπίων, η σταθερή κάμερα αρχίζει να κινείται περισσότερο, και γενικότερα το δεύτερο μέρος αποκτά ένα λυρισμό καθώς μπορεί να προσεγγιστεί ως μεταφορά.

Τελικά το «Παιχνίδι με τη φωτιά» είναι μια ταινία που πραγματεύεται πολλά ζητήματα με όπλο της τη λειτουργία του αινίγματος, στην οποία προσφέρουν τα μέγιστα οι τρεις «δυσανάγνωστοι» ήρωες, την καθαρότητα της κάμερας και την έξυπνη εναλλαγή των κινηματογραφικών ειδών, γι’ αυτό και πολύ γρήγορα της συγχωράς τη μεγάλη διάρκεια.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / ivard@naftemporiki.gr