Μια γκανγκστερική ιστορία ενηλικίωσης στις Νύχτες Πρεμιέρας

la-paranza-dei-bambini
ΔΕΥΤΕΡΑ, 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Η Αθήνα φιλοξένησε την ταινία «Η μεγάλη νύχτα της Νάπολης».

«Ήθελα να κοιτάξω αυτούς τους έφηβους χωρίς να τους κριτικάρω. Ελπίζω να τους δείτε έτσι και σεις». Με αυτή την εύστοχη σύνοψη χαιρέτησε το κοινό ο Claudio Giovannesi, σκηνοθέτης της ταινίας «Η μεγάλη νύχτα της Νάπολης» (La paranza dei bambini/Piranhas) που προβλήθηκε στις 25ες Νύχτες Πρεμιέρας (Δαναός).  

Μια χούφτα 15χρονων Ναπολιτάνων που ονειρεύονται να γίνουν μέλη της Καμόρα αρπάζουν την ευκαιρία και αναλαμβάνουν τα ηνία της γειτονιάς όταν μια αστυνομική επιχείρηση δημιουργεί προσωρινά κενό εξουσίας στην περιοχή.  

Ο Claudio Giovannesi έχει σκηνοθετήσει δύο επεισόδια από το τηλεοπτικό « Gommora».

Βασισμένη στο βιβλίο «La Paranza dei Bambini» του Roberto Saviano, η ταινία κινείται κοντά αλλά και μακριά από την ιστορία του βιβλίου. Οι Roberto Saviano, Claudio Giovannesi και Maurizio Braucci φτιάχνουν ένα σενάριο για την εφηβεία και την αφέλεια μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο βία, όπλα, εγκληματικότητα και ναρκωτικά. Με την αθωότητα της ηλικίας τους, οι νέοι της ταινίας κάνουν μια επιλογή που τους αλλάζει τη ζωή και πάνω από όλα τους στερεί αυτή την αθωότητα και την ομορφιά της ηλικίας τους. Αυτό είναι το τίμημα για μια «καλύτερη» ζωή. Ο κεντρικός μάλιστα ήρωας, ο Nicola (Francesco Di Napoli), καλύτερα σκιαγραφημένος από τους υπόλοιπους, ενσαρκώνει αυτήν ακριβώς την απώλεια. Θέλοντας να κάνει το καλό μέσα από το κακό, όπως λέει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης, ο Nicola παίρνει ένα δρόμο δίχως γυρισμό ή διέξοδο- σε μια σκηνή μάλιστα, χωρίς να είναι έτοιμος να κάνει το κακό όντας ο εαυτός του τον βλέπουμε να ντύνεται κάποιον άλλο για να εγκληματήσει.  

Ο συγγραφέας των βιβλίων «Gommora» και «La paranza dei bambini», Roberto Saviano, μέσα από τα βιβλία του έχει καταγγείλει τις εγκληματικές δραστηριότητες της Καμόρα με αποτέλεσμα η ναπολιτάνικη μαφία να τον επικηρύξει. Ο ίδιος ζει σήμερα στις ΗΠΑ, υπό συνεχή αστυνομική προστασία και αλλάζοντας συχνά ταυτότητα και τόπο διαμονής.  

Γιατί άλλη μία ταινία για την μαφία της Νάπολης κι όχι την ομορφιά της; 
Δεν πρόκειται μια ταινία για την Νάπολη, απαντάει ο σκηνοθέτης στην ερώτηση για τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει η ταινία του στην Ιταλία και το ενδεχόμενο να παραδειγματίσει κι άλλους νέους προς τον ίδιο δρόμο. Ο Giovannesi μάλιστα αποκαλύπτει πως ήταν προετοιμασμένος για την ερώτηση μιας και την απαντάει από τον Φεβρουάριο, οπότε και ξεκίνησε η προβολή της ταινίας. Δεν πρόκειται μια ταινία για την Νάπολη και δεν πρόκειται μια ταινία για την ομορφιά της. Είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε μέρος (της Ευρώπης) όπου δεν υπάρχει κράτος και η φτώχεια εξαντλεί τους ανθρώπους, λέει μέσα σε άκρες ο σκηνοθέτης για να τονίσει πως από αυτές τις καταστάσεις δεν υπάρχει διέξοδος.- και άρα γιατί να παραδειγματίσει κάποιον; 

«Το προσδόκιμο ζωής για αυτά τα παιδιά είναι στα 20 χρόνια. Όπως στο Μεσαίωνα» λέει ο Giovannesi μεταφέροντας τα λόγια του Saviano. 

Η ταινία πιστή στις δηλώσεις και τις προθέσεις του σκηνοθέτη υποστηρίζει αυτό ακριβώς. Είναι μια ταινία που εστιάζει στην απώλεια της αθωότητας. Δεν είναι μια ταινία για την μαφία, αλλά μια ταινία για ένα τσούρμο νεαρών που ενηλικιώνονται μέσα στο έγκλημα, περίεργη συνθήκη και άκρως καθοριστική για το μέλλον τους. Τον Giovannesi δεν τον ενδιαφέρει το θέαμα ούτε η ηδονοβλεπτική αποτύπωση της βίας, γι΄αυτό και με σπάνια τρυφερότητα θέτει τους ήρωες στο κέντρο της αφήγησης. Τον ενδιαφέρει μια συναισθηματική απόδοση της ιστορίας των εφήβων που ήθελαν να πάνε σε ακριβό κλαμπ για χορό, που ήθελαν ακριβά αθλητικά παπούτσια, που ήθελαν να πάρουν καινούρια έπιπλα, που ήθελαν να διεκδικήσουν μια θέση στον μικρόκοσμό τους. Σαν όλους τους έφηβους. Μόνο που στο δικό τους μικρόκοσμο επικρατούν οι νόμοι της μαφίας.  

Κρατώντας έτσι την κάμερα πολύ κοντά στους έφηβους και έχοντας κάνει εκπληκτική δουλειά στην διεύθυνση φωτογραφίας (Daniele Ciprì), η ταινία διαθέτει αμεσότητα, ζωντάνια και ρεαλισμό που σπάει με μικρές στιγμές λυρισμού, όπως η σκηνή με τα κόκκινα μπαλόνια και τους δύο ερωτευμένους ήρωες. Ξεκινώντας από μια πολλά υποσχόμενη σκηνή στην οποία τα παιδιά διεκδικούν και κλέβουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο που κοσμεί την Galleria Umberto I για να το κάψουν αργότερα στους εορτασμούς για την ημέρα του Αγίου Αντωνίου, η ταινία μας προϊδεάζει ποιητικά για την αλλαγή που θα βιώσουν οι ήρωες. Στη σκηνή οι ήρωες είναι σαν να συμμετέχουν σε κάποιο τελετουργικό, σαν να αποχαιρετάνε την αθωότητα που θα χάσουν μέσα στις επόμενες σκηνές.  

Οι νέοι της ταινίας ήταν για τον Giovannesi η καρδιά της. Πραγματοποίησε μάλιστα 4000 οντισιόν για να καταλήξει στους 8 της ιστορίας ενώ επέλεξε νέους που δεν ήταν ηθοποιοί. Σημαντικό για τον ίδιο ήταν να φαίνεται στο πρόσωπό τους η αθωότητα της ηλικίας τους και να γνωρίζουν καλά τις συνθήκες της Νάπολης και το βιβλίο του Saviano. 

Ο τρόπος που επιλέγει ο Giovannesi να φιλμάρει και να διαχειριστεί την ιστορία είναι και το διαφορετικό στοιχείο σε μια ταινία που λίγο ή πολύ μιλάει για πράγματα που έχουν ξαναειπωθεί. Μπορεί η ταινία να εμφανίζει αφηγηματικές ευκολίες ή να στερείται συχνά δυναμισμού, ωστόσο, παραμένει μια ιστορία δυνατή και γλυκόπικρη, που πλημμυρίζει με συναίσθημα την οθόνη προτού δώσει το ξεκάθαρο μήνυμά της. Δεν υπάρχει διέξοδος.  

 Η ταινία κέρδισε την Αργυρή Άρκτο Σεναρίου στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου (Berlinale). 

Για περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας δες εδώ

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / ivard@naftemporiki.gr