Εμείς επιλέξαμε σε ποια ταινία θα δώσουμε το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας

quo-vadis-aida
ΤΡΙΤΗ, 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2021

And the Oscar goes to… «Quo Vadis, Aida?»

Η επίσημη υποβολή της Βοσνίας -Ερζεγοβίνης για το φετινά Όσκαρ πέρασε στην φάση των 15 καθώς, όπως έχει ανακοινώσει η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, η ταινία «Quo Vadis, Aida?» της Jasmila Zbanic βρίσκεται ανάμεσα στους μονομάχους που θα διαγωνιστούν για το βραβείο καλύτερης διεθνούς ταινίας.

Και από την οσκαρική λίστα, πέρασε κατευθείαν στην καρδιά μας. Σύμφωνα μάλιστα με το goldderby, η ταινία έρχεται οριακά τρίτη στις προβλέψεις για το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας- χέρι χέρι με το «Collective», αρκετά κάτω από το «Another Round» και πολύ κοντά με τις αμέσως επόμενες στις προβλέψεις ταινίες «Two of Us» και «La Llorona».

Τι το ιδιαίτερο έχει όμως αυτή η ταινία που για κάποιους (βλ. εμάς) αξίζει το Όσκαρ; 

Η ταινία ταινία «Quo Vadis, Aida?» αποτελεί ένα ιστορικό δράμα από αυτά που σε ξεκάνουν αργά αργά και παρόλο που ξέρεις εξ΄ αρχής πώς θα καταλήξει. Γιατί τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα δεν γίνεται να μην την ξέρεις. Ούτε πώς κατέληξε το καλοκαίρι του 1995 όταν εκτελέστηκαν από τις μονάδες του σερβικού στρατού και υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς, πάνω από 8.000 Βόσνιοι μουσουλμάνοι. Η σφαγή αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες σφαγές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και «ανοιχτή πληγή» για την Βοσνία.

Δύσκολο θέμα για ένα τραυματικό ιστορικό γεγονός χωρίς απόλυτα ασφαλή χρονική απόσταση. Κοινώς η ιστορία δεν αποτελεί μακρινό παρελθόν και εύκολα μπορεί να εκτροχιαστεί. Όχι όμως στα χέρια της Jasmila Zbanic που εμπνέεται ξανά από την ιστορία της χώρας της. Το είχε ξανακάνει το 2006 με την ταινία «Σεράγεβο σ' αγαπώ» (Grbavica) κερδίζοντας τη Χρυσή Άρκτο στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Η ταινία «Quo Vadis, Aida?» εκθέτει τα γεγονότα μέσα από τα μάτια μιας μητέρας που ονομάζεται Aida (Jasna Djuricic), δασκάλα  που εργάζεται στα Ηνωμένα Έθνη ως μεταφράστρια.

Μετά από τριάμισι χρόνια υπό πολιορκία, η πόλη της Σρεμπρένιτσα, κοντά στα βορειοανατολικά σερβικά σύνορα, ανακηρύχθηκε «ζώνη ασφαλείας» του ΟΗΕ το 1993 και τέθηκε υπό την προστασία ενός ολλανδικού τάγματος που εργάζεται για τον ΟΗΕ. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ΟΗΕ ότι η πόλη είναι ασφαλής, ο σερβικός στρατός την βομβαρδίζει με αποτέλεσμα όλη η πόλη να συγκεντρωθεί έξω από την βάση του ΟΗΕ. Εκεί ούτε ασφαλείς είναι όμως ούτε φυσικά χωράνε όλοι. Η ταινία εστιάζει στον αγώνα της Aida να σώσει την οικογένειά της, βάζοντάς τους αρχικά μέσα στη βάση, κρύβοντάς τους στη συνέχεια, και τέλος ψάχνοντας ένα τρόπο να μπούνε στην αποστολή του ΟΗΕ όταν πια θα χρειαστεί να εκκενωθεί και η βάση. 

Θα δει κανείς στον κόσμο αυτήν την τραγωδία, αυτό το πρωτοφανές έγκλημα;

Η Jasmila Zbanic βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει για το ανείπωτο. Έχει αδυναμία στις απλές, καθημερινές ιστορίες και αφηγήσεις. Δεν την αφορά η «κλασική» πολεμική ταινία. Γι’ αυτό και για άλλη μία φορά επικεντρώνεται στην οπτική των γυναικών απογυμνώνοντας εντελώς το είδος της πολεμικής ταινίας από την θορυβώδη διάστασή της. Αφηγείται μια ιστορία πολέμου ήσυχα, χωρίς κραυγές και μάχες καταφέρνοντας έτσι να ακουστεί εκκωφαντικά, όταν ακουστεί, η αγωνία και η κραυγή.

Γι’ αυτήν άλλωστε ο τρόμος φαίνεται να προέρχεται από την υποψία του θανάτου, όπως όταν ο μικρός γιος της Aida πανικοβάλλεται μπροστά στη φρίκη που υποβόσκει, όπως όταν ο πρώην συμμαθητής του γιου της έρχεται με ένα όπλο και τον αναζητά, όπως όταν ο κάποτε βασανιστής της εύχεται καλημέρα μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.

Η ταινία αφορά μια προσωπική ιστορία, χωρίς πολλές λεπτομέρειες αλλά ακολουθώντας την πορεία μιας οικογένειας στη σφαγή. Στο πρώτο πλάνο η σκηνοθέτιδα μας συστήνει με ένα μικρό travelling τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, τους δύο γιους, τον σύζυγο και την Aida. Φαίνονται ήσυχοι «λουσμένοι» με την λυρική μουσική γι’ αυτό και γίνεται όμορφα η μετάβαση στο επόμενο πλάνο, τα κλαδιά ενός δέντρου και στο βάθος ο ήλιος. Πολύ γρήγορα το σκηνικό εισβάλλει ένα τανκ αλλάζοντας τον φυσικό τόνο των αρχικών εικόνων για να θέσει το «φυσικό» τοπίο της ιστορίας.

Στη συνέχεια η σκηνοθέτιδα χρησιμοποιεί πολλές φορές παρόμοιες αντιθέσεις στα πλάνα της και τους συνειρμούς της ιστορίας. Η ηρωίδα σε αντίθεση με τη λαοθάλασσα ανθρώπων απελπισμένων να σωθούν, η οικογένειά της σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα θύματα, η μία στιγμή χαράς που ανακαλεί σε αντίθεση με τον κλιμακούμενη αγωνία να σώσει την οικογένειά της, οι μικρές γλυκόπικρες στιγμές με την οικογένειά της μέσα στη βάση του ΟΗΕ και τριγύρω μερικές χιλιάδες κόσμου.

Γιατί αυτή είναι η βάση της ταινίας, η προσπάθεια της Aida να σώσει τους γιους και τον άντρα της.Την έκβαση αυτής της προσπάθειας η σκηνοθέτιδα δεν επιθυμεί να την προοικονομήσει, ούτε να δημιουργήσει «συγκινησιακό θόρυβο» κάνοντάς το, με κανένα μέσο πέραν του ιστορικού πλαισίου.

Η σφαγή ως ιστορικό γεγονός φορτίζει από μόνη της την ιστορία και το προσωπικό βίωμα στο οποίο εστιάζει γίνεται περισσότερο ενδεικτικό της συνολικής τραγωδίας καθώς προσφέρει συναισθηματικό βάρος χωρίς προσποιητούς ή υπερβολικούς συναισθηματισμούς.

Η Zbanic μέχρι να φτάσει στις δύσκολες σκηνές στο τέλος, αρνείται να δείξει εικόνες βίας- δείχνει λεπτομέρειες, επικεντρώνεται στο μετά, βάζει εμπόδια,  εστιάζει στον πόνο και τον τρόμο που προκαλείται. Μια γυναίκα είναι νεκρή στην αυλή του σπιτιού της με το κουτάβι να κλαίει πάνω από το πτώμα της, ο δήμαρχος εκτελείται πίσω από ένα τοίχο χωρίς να δούμε την εκτέλεση, το έντρομο πρόσωπο του συζύγου της Aida όταν περιμένει να συναντήσει τον «σφαγέα της Βοσνίας» Ράτκο Μλάντιτς ή τα νευρικά χέρια της γυναίκας που συμμετέχει στην επιτροπή που διαπραγματεύεται, υποτίθεται, για την τύχη του κόσμου της  Σρεμπρένιτσα.

«Τώρα θα δείτε την πραγματική ταινία», λέει ο  στρατιώτης πριν την εκτέλεση στο τέλος. Η κάμερα αρνείται να δείξει το έγκλημα, διατηρεί όμως εκεί το βλέμμα της εκεί. Κοιτά αλλά δεν καταγράφει. Καταγράφει πρόσωπα και τα όπλα να χτυπούν και παραδίπλα καταγράφει την απλή καθημερινή ζωή, σαν την τέλεια ειρωνεία στη γενοκτονία που πραγματοποιείται.

 Η Zbanic έχει δηλώσει πως η ιστορία της ταινία της αφορά το θάρρος, την αγάπη και την ανθεκτικότητα «μιας γυναίκας που έχει παγιδευτεί σε ένα ανδρικό παιχνίδι πολέμου». Και την ίδια ώρα βάζει την ηρωίδα της να μας παγιδεύσει σε ένα άλλο παιχνίδι, της απελπισμένης αισιοδοξίας, της ανθρώπνης επιμονής ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Γιατί η Aida με την επιμονή της μας κάνει να πιστέψουμε πως μπορεί να σώσει την οικογένειά της, πως  μπορεί να αποτρέψει τουλάχιστον την προσωπική της τραγωδία.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ- ivard@naftemporiki.gr