«Midnight Mass»: Ήταν καλύτερο από το «Οι δαίμονες του Χιλ Χάουζ»;

midnight-mass
ΔΕΥΤΕΡΑ, 11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021

Ήταν καλή, αλλά...

Όσο όλοι ασχολιόμασταν με το «Squid game», δικαίως ή άδικα θα τα πούμε σε επόμενη φάση, στην πλατφόρμα του Netflix κυκλοφόρησε η τελευταία δουλειά του μάστορα του τρόμου που αναδύει η ανθρώπινη ύπαρξη Mike Flanagan.

Έχοντας διατριβήσει στους δαίμονες, αρχικά με την εκπληκτική σειρά «Οι δαίμονες του Χιλ Χάουζ» κι έπειτα με τη λιγότερο επιτυχημένη αλλά όχι κακή σειρά «Οι δαίμονες της έπαυλης Μπλάι» και αφού μας «δίδαξε» ότι τα πραγματικά στοιχειά είναι οι εμπειρίες, οι αναμνήσεις και τα τραύματά μας, ο σκηνοθέτης περνάει σε μια νέα θεματική ενότητα, τη θρησκεία.

Εδώ να δεις τρόμο καθώς βάζει τους ήρωές του να αναμετρηθούν με την πίστη, την ιδέα της ανώτερης ύπαρξης και τον πόνο να θέλουμε να πιστεύουμε σε κάτι μεγαλύτερο, του θανάτου, του δίπολου «καλός άνθρωπος του θεού»- «απόκληρος της θείας χάρης του», της απώλειας, της ενοχής, της έλλειψης ελπίδας.

Η ιστορία αφορά μια μικρή, απομονωμένη νησιωτική κοινότητα η οποία υποδέχεται ένα νέο χαρισματικό ιερέα. Η εμφάνισή του όμως στο νησί Κρόκετ συμπίπτει με ανεξήγητα και φαινομενικά θαυμαστά γεγονότα, ανανεώνοντας τη θρησκευτική ζέση της κοινότητας.

Πάνω σε αυτή την ιστορία «πατάει» ο Flanagan για να πει τα δικά του, κάνοντάς σε να αναλογιστείς το θεό σε όλες τις εκφάνσεις του μέσα από τους χαρακτήρες που χρησιμοποιεί και τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται το θεό- από τον άθεο (Zach Gilford) που έχει καταδικάσει τον εαυτό του λόγω παλιών «αμαρτιών» μέχρι τον μουσουλμάνο (Rahul Kohli)  με την ουσιώδη πίστη του και την δασκάλα (Kate Siegel) που αν και έζησε χωρίς τα θρησκευτικά ταμπού βρίσκει μια γαλήνη στην εκκλησία, και από τον ιερέα (Hamish Linklater) που θέλει να μεταδώσει το «χάρισμα» του θεού μέχρι το πιο τρομακτικό τέρας της σειράς, τη φανατική καθολική Bev Keane (Samantha Sloyan).

Παίρνοντας αυτή την ποικιλομορφία χαρακτήρων και θρησκευτικών θεωρήσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων, η σειρά «καίγεται αργά» χρησιμοποιώντας περισσότερο από ποτέ το διάλογο και το δραματικό στοιχείο, με τα παραδοσιακά στοιχεία του τρόμου σχεδόν να εξαφανίζονται. Για την ακρίβεια για τρία μακρά επεισόδια νομίζεις ότι βλέπεις δραματική σειρά. Και πρέπει να έρθει το τέταρτο επεισόδιο για να σου θυμίσει ότι όλο αυτό το διάστημα έμπαιναν τα θεμέλια για μια ιστορία τρόμου. Μια ιστορία τρόμου που δεν έχει να κάνει με το καλό απέναντι στο κακό. Το κακό ποτέ δεν κατονομάζεται.

Πηγή του τρόμου είναι ο ίδιος ο ιερέας, καθώς δεν ξέρεις αν μπορείς να τον εμπιστευτείς. Φαίνεται ότι έχει καλές προθέσεις αλλά ξεκάθαρα κάτι δεν πάει καλά μαζί του. Αυτό που συμβαίνει στον ιερέα είναι και αυτό που «σπρώχνει» τελικά την πλοκή και την ανατροπή.  

Με βάση αυτή την ιστορία και τις αγωνίες των ανθρώπων, ο Flanagan ασχολείται με τον θάνατο, και τον τρόπο να τον νικήσει κανείς. Έτσι θέτει βαριά ερωτήματα σχετικά με τη θρησκεία και το θάνατο. Και το κάνει βάζοντας συχνά δύο χαρακτήρες σε καρέκλες να συζητούν- ενδεικτική είναι η σκηνή με τους δύο ήρωες να αναρωτιούνται για το τι γίνεται μετά το θάνατο για περίπου 20 λεπτά (ή τόσο μας φάνηκαν).

Φιλόδοξή αλλά φλύαρη, η σειρά είναι μια προσπάθεια να ειπωθούν πάρα πολλά. Παίρνει τόσο χρόνο μέχρι να εισέλθει στην ουσία του παραλογισμού της που ίσως δοκιμάσει την υπομονή των θεατών. Τα βασικά της επιχειρήματα σκιαγραφούν ένα όμορφο πλέγμα τρόμου, όμως κάνει τόσο δρόμο για να μην ξέρει τελικά πού θέλει να κατευθυνθεί.

Μπορεί η σειρά να μην λειτουργεί σε κάθε επίπεδο, όμως, όπως εντελώς εύστοχα σημείωσε ο Daniel D’Addario από το Variety, μια αποτυχία όπως αυτή της σειράς μπορεί να εντυπωσιάσει περισσότερο από μια επιτυχία με πιο ξεκάθαρους όρους.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / [email protected]