«Squid game»: Σειρά- φαινόμενο; Ναι μεν αλλά...

squid-game
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2021

Παγκόσμιο τρεντ, τηλεοπτικό φαινόμενο και μάλλον η κότα με τα χρυσά αβγά για το Netflix, η νοτιοκορεάτικη σειρά «Squid game» έχει αφήσει λίγες οθόνες «αμαγάριστες».

Έκανε πρεμιέρα στις 17 Σεπτεμβρίου και προτού κλείσει μήνα στην πλατφόρμα κατάφερε να γίνει η σειρά με τις περισσότερες προβολές στο Netflix, και η κορυφαία σειρά σε τουλάχιστον 90 χώρες. Κοινώς όλοι, από την Αργεντινή και την Αυστραλία, μέχρι την Αίγυπτο, τη Νιγηρία, το Πακιστάν και τις Ηνωμένες Πολιτείες, την έχουμε δει.

Σε εννέα επεισόδια, απελπισμένοι άνθρωποι «πνιγμένοι» στα χρέη συμμετέχουν οικειοθελώς σε μια σειρά από έξι σαδιστικά παιχνίδια επιβίωσης που οδηγούν με αστραπιαία ταχύτητα στο θάνατο. Το έπαθλο για το νικητή του «η ζωή σου, ο θάνατός μου» παιχνιδιού είναι 46,5 δισεκατομμύρια γουόν.

Η βάναυση προσαρμογή των παιδικών παιχνιδιών στο κέντρο του «Squid Game» αποτελεί το βασικό στοιχείο της σειράς, η οποία περιγράφεται ως δυστοπική σειρά επιβίωσης. Το αμέσως επόμενο στοιχείο που επιστρατεύεται για την περιγραφή του είναι ότι πρόκειται για μια βίαιη αλληγορία που ενσωματώνει το αδιέξοδο του καπιταλισμού και των κοινωνικών ανισοτήτων της σύγχρονης κοινωνίας που ζει στα σπλάχνα του καπιταλιστικού συστήματος.  

Τέτοιου είδους παιχνίδια, όντως, στις παραστατικές τέχνες αποτελούν συνήθως μεταφορά για την κοινωνική φιλοδοξία ή την περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα.

Η οικονομική κρίση και ο... Τραμπ

Ειδικά όσον αφορά την Κορέα, τα τηλεοπτικά δράματα συχνά απεικονίζουν τη χώρα ως μια βαθιά άνιση και βίαιη κοινωνία, η οποία «νοσεί» από την πρόσφατη ιστορία της- ο ιαπωνικός αποικισμός, ο πόλεμος της Κορέας, τα σχεδόν 40 χρόνια στρατιωτικής δικτατορίας και οι οικονομικές κρίσεις.

Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της σειράς, Hwang Dong-hyuk, εξήγησε σε συνέντευξή του στο IndieWire τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή αυτής της ιστορίας. Όπως είπε, εμπνεύστηκε την ιστορία το 2008. «Εκείνη την εποχή, υπήρχε η κρίση της Lehman Brothers, από την οποία επηρεάστηκε άσχημα η κορεατική οικονομία και εγώ δυσκολευόμουν οικονομικά», είπε.

«Τα τελευταία 10 χρόνια, υπήρξαν πολλά ζητήματα: Υπήρξε η έκρηξη των κρυπτονομισμάτων. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, και ειδικά οι νέοι στην Κορέα, επένδυσαν όλα τους τα χρήματά τους σε κρυπτονομίσματα. Και υπήρξε η άνοδος κολοσσών πληροφορικής όπως το Facebook, η Google και στην Κορέα, υπάρχει η Naver, και απλώς αναδιαρθρώνουν τη ζωή μας. Είναι καινοτόμο, αλλά αυτοί οι γίγαντες της πληροφορικής έγιναν επίσης πολύ πλούσιοι», συνέχισε.

Αυτό που τον κινητοποίησε, ωστόσο, να ξεκινήσει την παραγωγή της σειράς, η οποία απορρίφθηκε πολλές φορές, ήταν... ο Ντόναλντ Τραμπ. «Νομίζω ότι μοιάζει με έναν από τους VIP στο Squid Game», είπε χαρακτηριστικά για τον πρώην αμερικανό πρόεδρο. «Είναι σχεδόν σαν να διαχειρίζεται μια εκπομπή, και όχι μια χώρα, προκαλώντας τρόμο στους ανθρώπους», συνέχισε.

Η παραγωγή της Ν. Κορέας

Οι σκοτεινές πολιτικές αλληγορίες δεν είναι «ξένες» στην τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή της χώρας. Σειρές όπως το «Kingdom», το «D.P.: Κυνηγοί Λιποτακτών», το «Signal» (Sigeuneol) και το «Ο Μυστηριώδης Κατήγορος» (Stranger) αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων στην κορεατική κοινωνία διευρύνεται συνεχώς, γι αυτό και έχει γίνει σύνηθες μοτίβο στο τηλεοπτικό δράμα. Ίσως το πιο γνωστό και εύστοχο παράδειγμα να είναι η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία του Bong Joon-Ho «Παράσιτα». Είχαν προηγηθεί όμως και άλλες αξιόλογες ταινίες, όπως το «Burning», το «Veteran» και το «Insiders».

Σειρές , επίσης, όπως το «Sky Castle» και «The Penthouse», δείχνουν πως οι εξαιρετικά πλούσιοι Κορεάτες διατηρούν τον έλεγχό τους στον πλούτο της χώρας.

Οι συνθήκες που «γέννησαν» τη σειρά

Το «Squid game» από την πλευρά του μιλάει για την οικονομική καταστροφή της Νότιας Κορέας, τις κοινωνικές ανισότητες που χαρακτηρίζουν τη χώρα, το οικονομικό στρες, την έλλειψη δικτύου κοινωνικής ασφάλειας, την απασχόληση. Πίσω από την ιστορία βρίσκεται η πραγματικότητα της Νότιας Κορέας και άλλων προηγμένων οικονομιών με αυξανόμενο χρέος, κοινωνικό χάσμα, ανισότητες και αυξανόμενη την αίσθηση απελπισίας μεταξύ των νέων.

Η Νότια Κορέα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στον κόσμο. Η ανεργία για τους νέους το 2020 διαμορφώθηκε στο 22%- ναι, πιο πάω και από την ελληνική ευρωπαϊκή «πρωτιά». Το χρέος των νοικοκυριών υπερβαίνει την οικονομική παραγωγή της χώρας.

Οι ενστάσεις 

Πολλοί είναι οι λόγοι που έχουν συμβάλει στην παγκόσμια υστερία για τη σειρά, ωστόσο, αυτός που χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο είναι ότι αναδεικνύει τις συνθήκες της εργατικής τάξης σε όλο τον κόσμο, και για όλο τον κόσμο. Χμ, και ο Κεν Λόουτς το κάνει αυτό αλλά οι ταινίες του θεωρούνται βαρετές από μεγάλο μέρος του παγκόσμιου κοινού.

Γενικά θεωρείται ότι η σειρά έχει κερδίσει τον κόσμο λόγω του θεάματος και του θέματος, της φόρμας του παιχνιδιού, της βίαιης προσέγγισης, του μαύρου χιούμορ, του στοιχείου της αγωνίας και της παραγωγής.

Αποφεύγεται να προστεθεί το χαρακτηριστικό της πρωτοτυπίας, γιατί τη σειρά σίγουρα δεν τη λες πρωτότυπη. Για την ακρίβεια έχουμε δει πολλές παραλλαγές του θέματος, και καθόλου δεν μας πειράζει. Αυτό που μας πειράζει, ωστόσο, είναι ότι εμπεριέχει ένα σημαντικό βαθμό προβλεψιμότητας στην ιστορία, για να μην αναφερθούν οι προσχηματικοί χαρακτήρες. Συμπαθητικοί οι περισσότεροι αλλά επιλεγμένοι για να αποτελέσουν ένα «με το στανιό» πλήρες αλλά κάπως στερεοτυπικό ψηφιδωτό προσωπικοτήτων και καταστάσεων πίσω τους. Και παίζουν και χάνουν με την αναμενόμενη σειρά, εκπροσωπώντας το υπεραπλουστευμένο προφίλ που τους έχει αποδοθεί, χωρίς εξατομίκευση και βάθος.

Αλλά πώς να αποκτήσουν βάθος όταν ο τηλεοπτικός χρόνος αφιερώνεται σε ένα πράγμα, στα παιχνίδια και τη βία. Μπορεί η βία να ξορκίσει τη βία στην οθόνη; Θα μπορούσε. Αλλά εδώ δεν μπορεί. Και δεν μπορεί γιατί γίνεται ηδονοβλεπτικά, προκαλώντας τους θεατές να γίνουν σχεδόν σαν τους VIP στη σειρά.

PS: Το τέλος της σειράς, που αν και ολοκληρώνεται στα οκτώ επεισόδια το «τραβάνε» στα εννιά για να κάνουν εισαγωγή στο δεύτερο κύκλο, ας το αφήσουμε ασχολίαστο και ας κρατήσουμε μόνο τη στάση του νικητή μετά το παιχνίδι.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / [email protected]