Πήγαμε για «Πρώτο Μπάνιο» με τον σκηνοθέτη Αλέξανδρο Κωστόπουλο

proto-mpanio
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2022

Την Τετάρτη 20 Ιουλίου η ταινία «Πρώτο Μπάνιο» προβάλλεται μεταξύ άλλων ταινιών μικρού μήκους στο αφιέρωμα «Short is beautiful» στην Κινηματογραφική Λέσχη Αγίας Παρασκευής.

Παράλληλα, συνεχίζει τις φεστιβαλικές της βόλτες, με παρουσία σε σημαντικά διεθνή φεστιβάλ, όπως το Φεστιβάλ της Τεργέστης, το In The Palace στη Βουλγαρία και το Foyle Film Festival στη Βόρεια Ιρλανδία όπου απέσπασε εύφημο μνεία.

Ο Αλέξανδρος Κωστόπουλος υπογράφει σενάριο και σκηνοθεσία.

Πες μας δυο λόγια για το «Πρώτο Μπάνιο».

Μια οικογένεια πηγαίνει για μπάνιο την τελευταία μέρα των καλοκαιρινών τους διακοπών. Ένα μικρό κορίτσι θέλει να κάνει το πρώτο της μπάνιο χωρίς μπρατσάκια, αλλά οι γονείς της θέλουν να το αναβάλουν για το επόμενο καλοκαίρι.

Η ταινία παρουσιάζει αλληγορικά τη στάση των δυτικών κοινωνιών απέναντι στο προσφυγικό πρόβλημα.

Η ταινία διαθέτει τουλάχιστον δύο επίπεδα. Το ένα αφορά την οικογένεια, τις σχέσεις του ζευγαριού και τον τρόπο που επηρεάζει το μεγάλωμα της μικρής, και το άλλο το μεταναστευτικό. Πώς τα έχεις συνδυάσει;

Η ταινία μιλά για τον εγκλωβισμό των ανθρώπων στον μικρόκοσμό τους, αδυνατώντας να κοιτάξουν πέρα από αυτόν. Η στάση αυτή είναι άλλοτε συνειδητή (όπως στη σκηνή του αυτοκινήτου) και άλλοτε ασυνείδητη (όπως στην περίπτωση του νεκρού προσφυγόπουλου). Πιστεύω πως η οικογένεια αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας. Με το σκεπτικό αυτό, η στάση μας εντός του οικογενειακού μας περιβάλλοντος ανάγεται επαγωγικά και σε κοινωνικό επίπεδο.

Υπάρχει πολιτικό σχόλιο στην ταινία;

Ναι, ξεκάθαρα. Το «Πρώτο Μπάνιο» είναι μια πολιτική ταινία. Η φωτογραφία του μικρού Αϊλάν Κουρντί, ενός τρίχρονου προσφυγόπουλου που ξεβράστηκε νεκρό στη θάλασσα, έγινε παγκόσμιο σύμβολο του προσφυγικού προβλήματος. Αν και η φωτογραφία αυτή αποτέλεσε γροθιά στο στομάχι του δυτικού κόσμου, το προσφυγικό ζήτημα παραμένει άλυτο. Οι πολιτικές δυνάμεις διακρίνονται από επιλεκτική όραση και ακοή. Γι’ αυτό το λόγο, δεν υπάρχει καμία σκληρή εικόνα μέσα στην ταινία. Όλα τα γεγονότα είναι μπροστά μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αποφασίσουμε αν θέλουμε να τα δούμε ή όχι.

Η ταινία φαίνεται να αποκτά δυναμική από τις αντιφάσεις: το ηλιόλουστο τοπίο και η ηρεμία αποκτούν ρωγμές από τον κίνδυνο, η ανακούφιση του ζευγαριού υπογραμμίζει το δράμα που συντελείται στη βάρκα, η μικρή Μαργαρίτα που βιάζεται να μεγαλώσει βγάζοντας τα μπρατσάκια της αλλά τελικά, όπως φαίνεται, διατηρεί ακόμα την αθώα οπτική των πραγμάτων. Συμφωνείς;

Απολύτως. Οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν πάντα μια φαινομενική ηρεμία. Όμως, δίνουν το χώρο και το χρόνο ώστε να βγουν τα πραγματικά προβλήματα στην επιφάνεια. Δεν είναι τυχαίο το ότι πολλά ζευγάρια αποφασίζουν να χωρίσουν αμέσως μετά τις διακοπές τους. Η σχέση του ζευγαριού της ταινίας (που υποδύεται ο Πέτρος Λαγούτης και η Δάφνη Αλεξάντερ) είναι πολύ προβληματική και υπάρχει μεγάλη ένταση ανάμεσά τους. Από την άλλη, η μικρή Μαργαρίτα θέλει να αποδράσει από αυτό το τοξικό περιβάλλον, κάνοντας το πρώτο της βήμα προς την ενηλικίωση. Η οικογένεια αδυνατεί να εναρμονιστεί με αυτό το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό τοπίο και γι’ αυτό το λόγο αναγκάζεται να το εγκαταλείψει.

Πώς φαντάζεσαι τη Μαργαρίτα στην ενήλικη ζωή της;

Κανείς δεν ξέρει. Το «κακό σενάριο» είναι να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής, όμοιο με αυτόν των γονιών της. Ενώ στην αρχή αντιδρά έντονα όταν εγκαταλείπεται η βάρκα, τελικά αποδέχεται το γεγονός και σταματά να φωνάζει. Από την άλλη πλευρά, η μικρή Μαργαρίτα είναι η μόνη αχτίδα φωτός στην ταινία, καθώς είναι η μόνη που βλέπει και νοιάζεται για το νεκρό παιδί. Δείχνει να ασφυκτιά στο περιβάλλον της και γι’ αυτό στο τέλος της ταινίας φεύγει από την αγκαλιά της οικογένειας. Είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από τον τρόπο που μεγαλώνουμε. Ωστόσο, καλό θα είναι να είμαστε αισιόδοξοι και κάποια μέρα να διαψεύσουμε τους στίχους του Νίκου Γκάτσου («Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ»).

Είναι το ατύχημα με το σκύλο η σκηνή που «ξεκλειδώνει» την ιστορία;

Η σκηνή λειτουργεί ως προοικονομία. Οι γονείς ξεγελούν τη μικρή τους κόρη, αποτρέποντας την πρώτη της επαφή με το θάνατο. Η οικογένεια παραμένει στον προστατευμένο της χώρο, το αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την πορεία της συνειδητά.

Σε δεσμεύει ή σε απελευθερώνει η φόρμα της μικρού μήκους ταινίας;

Τίποτε από τα δύο. Η σύγκριση της μικρού με τη μεγάλου μήκους ταινία μοιάζει με τη σύγκριση του διηγήματος με το μυθιστόρημα. Κάθε φόρμα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και προκλήσεις. Η επιλογή μου σχετικά με τη φόρμα καθορίζεται από την ίδια την ιστορία και από τον τρόπο που θέλω να την αφηγηθώ.

Σκέφτεσαι να κάνεις το βήμα για τη σκηνοθεσία μεγάλου μήκους ταινίας;

Πριν λίγο καιρό ολοκλήρωσα το σενάριο της μεγάλου μήκους ταινίας μου, με τίτλο «Αδράνεια». Για την παραγωγή της ταινίας συνεργαζόμαστε με την Ιωάννα Σουλτάνη (SOUL Productions) και τη Ρομάνα Λόμπατς (AKRAN Creative Company). Τον περασμένο Απρίλιο, η «Αδράνεια», μαζί με τέσσερα ακόμη projects, επιλέχθηκε από το Budapest Debut Film Forum, ένα διεθνές φόρουμ που στοχεύει στην ανάπτυξη διεθνών συμπαραγωγών. Η παρουσίαση της ταινίας μας αποτέλεσε ένα σημαντικό πρώτο βήμα για τη μετέπειτα πορεία της, αλλά απαιτούνται πολλά ακόμη μέχρι την ολοκλήρωσή της.

Επόμενα σχέδια; Ετοιμάζεις κάτι άλλο αυτό τον καιρό;

Πέραν του σχεδιασμού της μεγάλου μήκους ταινίας μου, αυτόν τον καιρό ετοιμάζω ένα μικρού μήκους animation, με τίτλο «Το Νησί της Ζέβρας». Η ταινία παρουσιάζει μια δυστοπία, όπου όλοι οι ηλικιωμένοι εξορίζονται σε ένα απομονωμένο νησί (το νησί της Ζέβρας), καθώς δε θεωρούνται πλέον χρήσιμοι για την κοινωνία. Ένα μικρό κορίτσι που αποχωρίζεται βίαια τον αγαπημένο της παππού, θα κάνει τα πάντα για να φτάσει σε αυτό το νησί και να τον συναντήσει. Η ταινία είναι συμπαραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και του προγράμματος «Μικροφίλμ» της ΕΡΤ, και αναμένεται να ολοκληρωθεί προς το τέλος του 2023.

Πες μας μια ταινία που είδες τον τελευταίο καιρό και σε εντυπωσίασε, και μια ταινία που θεωρείς ανεπίτρεπτο να μην την έχουμε δει.

Επιτρέψατέ μου να αναφέρω δύο εξαιρετικές ταινίες που είδα αυτή τη χρονιά: «Ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο» του Γιόακιμ Τρίερ και το «Παρίσι, 13ο διαμέρισμα» του Ζακ Οντιάρ. Και οι δύο ταινίες μιλούν για τα προβλήματα των νέων, υιοθετώντας έναν μοντέρνο τρόπο αφήγησης και μια φρέσκια σκηνοθετική ματιά. Αν διευρύνουμε τον όρο «τον τελευταίο καιρό», θα προσθέσω τα «Παράσιτα» στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών.

Ένας σκηνοθέτης που θαυμάζεις;

Ο Ασγκάρ Φαραντί, από το Ιράν. Αν και με αγγίζουν όλες οι ταινίες του, έχω ιδιαίτερη αδυναμία στις πρώτες του («Τι απέγινε η Έλι», «Ένας Χωρισμός», «Το Παρελθόν»).

Ο Φαραντί μιλά για την ιρανική κοινωνία και την παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χρησιμοποιώντας φαινομενικά απλές ιστορίες για καθημερινούς ανθρώπους. Οι ήρωες του είναι τόσο αληθινοί και σπαρακτικοί, που είναι αδύνατο να μην ταυτιστείς μαζί τους.

Το «Πρώτο Μπάνιο» έχει σαφή συσχέτιση με την ελληνική πραγματικότητα. Τι ιστορίες θέλεις να λες, και τι σινεμά θέλεις να κάνεις;

Νιώθω ότι ζούμε σε μία εποχή με έντονη την απουσία του συναισθήματος, γεγονός που αντανακλάται και στην τέχνη. Η έμφαση στο στυλιζάρισμα, η σημασία της εικόνας απέναντι στο περιεχόμενο, η κυριαρχία των μονότονων μουσικών μοτίβων έναντι της μελωδίας, είναι κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Με ενδιαφέρει να κάνω ένα σινεμά που να προκαλεί συναισθήματα, να συγκινεί και να έχει επίκεντρο τον άνθρωπο.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ- [email protected]