Μέριλιν Μονρόε: Γιατί εξακολουθεί να μας μαγεύει 60 χρόνια μετά τον θάνατό της;

marilyn-monroe
ΔΕΥΤΕΡΑ, 08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2022

Εξήντα χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, της γυναίκας που γεννήθηκε ως Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, στη διάρκεια της ζωής της αναδείχθηκε ως σύμβολο της ποπ κουλτούρας και με τον θάνατό της έλαβε διαστάσεις θρύλου.

Το λήμμα της Wikipedia «Η Μέριλιν Μονρόε στη δημοφιλή κουλτούρα» έχει καταχωρήσεις σχεδόν κάθε χρόνο από τον θάνατό της, καταγράφοντας μια μεταθανάτια καριέρα που εκτείνεται στις περισσότερες μορφές μέσων.

Το όνομά της έχει αναφερθεί σε διαφημίσεις για τυριά, αυτοκίνητα και ουίσκι, καθώς και σε πολλά μουσικά βίντεο. Δανείζει το όνομά της σε ένα χριστιανικό συγκρότημα metalcore, μια συλλογή κοσμημάτων και ένα ζευγάρι ουρανοξύστες στο Οντάριο. Είναι το αντικείμενο αμέτρητων εικαστικών έργων, συμπεριλαμβανομένων καρικατούρες, κολάζ και ψηφιακές εκτυπώσεις. Η εικόνα της αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο για τους καλλιτέχνες. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άντι Γουόρχολ, οι αναπαραστάσεις του οποίου έγιναν ορόσημο για τα επόμενα έργα και προϊόντα (δες εδώ και εδώ).

Και τώρα η Μονρόε γίνεται το θέμα μιας βιογραφικής ταινίας 22 εκατ. δολαρίων του Netflix, με τον αναμενόμενο τίτλο «Blonde». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε την Άνα ντε Άρμας. Η ταινία βασίζεται στη φανταστική αφήγηση της ζωής της από την Τζόις Κάρολ Όουτς που δημοσιεύτηκε το 2000.

Γιατί όμως αυτή η γοητεία αντέχει τόσες πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό της, διερωτάται το The Conversation. Η Μονρόε έφτιαξε όνομα ως «η ξανθιά σεξοβόμβα», ένα λαμπερό pin-up μοντέλο, ηθοποιός και τραγουδίστρια του Χόλιγουντ που αποτέλεσε το αγαπημένο σημείο εστίασης για το αδηφάγο ανδρικό βλέμμα της εποχής. Δεν ήταν όμως σε καμία περίπτωση η πρώτη του είδους, καθώς ακολούθησε με ψηλοτάκουνα τα βήματα της Μέι Γουέστ και της Τζιν Χάρλοου. Ούτε η τελευταία ήταν, ακολούθησαν η Ανίτα Έκμπεργκ, η Τζέιν Μάνσφιλντ, η Κιμ Νόβακ και η Ντόρις Ντέι.

Τι την κάνει ξεχωριστή

Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μονρόε αναδείχθηκε ως μία από τις πιο αξιόπιστες σταρ, με το όνομά της να καθιστά σίγουρο ότι θα προσελκύσει κοινό σε κάθε εκδήλωση που συμμετέχει. Ως γνωστόν, προσπάθησε να βοηθήσει στην τόνωση της καριέρας της Έλλα Φιτζέραλντ, «δωροδοκώντας» τους απρόθυμους ιδιοκτήτες του τζαζ κλαμπ Mocambo να δώσουν μια ευκαιρία στην προικισμένη μαύρη τραγουδίστρια με την υπόσχεση να βρίσκεται η ίδια στο πρώτο τραπέζι κάθε βράδυ.

Η Μονρόε, σημειώνει το The Conversation, απέκτησε τη δημοτικότητά της λόγω της τέλειας καταιγίδας των βιογραφικών της στοιχείων και του πολιτισμικού πλαισίου. Και αυτή δυνατότητα κατάφερε να την εκμεταλλευτεί με έξυπνη διαχείριση εικόνας, προσθέτει, εξηγώντας: Η ριζική επανεφεύρεση της εικόνας της εξηγεί την απήχησή της, ο τρόπος με τον οποίο απαλλάχθηκε από τη Νόρμα Τζιν, τη μελαχρινή κοπέλα της διπλανής πόρτας που τραύλιζε και ήταν θύμα, για να γίνει η Μονρόε, η εκτυφλωτική ξανθιά που είχε υιοθετήσει ένα αργόσυρτο τρόπο ομιλίας για να σαγηνεύει και έγινε από θύμα άνθρωπος με εξουσία.

Η Νόρμα Τζιν μεγάλωσε σε ανάδοχα σπίτια και ορφανοτροφεία, μια περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας κακοποιήθηκε σεξουαλικά και η μητέρα της νοσηλεύτηκε με σχιζοφρένεια. Ως Μέριλιν Μονρόε, πήρε τον έλεγχο του μπραντ της, χρησιμοποίησε το σεξαπίλ της για να χτίσει την καριέρα της και ίδρυσε τη δική της εταιρεία παραγωγής – κάτι σπάνιο για μια γυναίκα εκείνη την εποχή.

Το έμβλημα της Αμερικής

Η ιδιαίτερη εικόνα που κατασκεύασε η Μονρόε είχε επίσης σημασία σε εθνικό επίπεδο, καθώς τα λευκά ξανθά μαλλιά της ήταν μια εκπληκτική επιβεβαίωση της αμερικανικής ταυτότητας σε μια εποχή που αμφισβητούνταν. 

Το αποκορύφωμα της δημοτικότητας της Μονρόε συνέπεσε με την εντατικοποίηση του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των ΗΠΑ, με την απόφαση-ορόσημο στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μπράουν εναντίον Παιδαγωγικού Συμβουλίου το 1954 (η οποία έκρινε ότι ο διαχωρισμός των μαύρων και λευκών παιδιών στα σχολεία ήταν αντισυνταγματικός).

Το βάναυσο λιντσάρισμα του 14χρονου αφροαμερικανού Έμμετ Τιλλ την ίδια χρονιά, και ιδιαίτερα η επιμονή της μητέρας του σε ανοιχτό φέρετρο, κατέστησαν ακόμα πιο εκκωφαντικά τα ζητήματα πολιτικών των δικαιωμάτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η «λευκότητα» της Μονρόε ήταν προφανώς αναμφίβολα αμερικανική, παρηγορώντας όσους αντιστάθηκαν, ή επρόκειτο να αντισταθούν στην προώθηση της φυλετικής ισότητας, εξηγεί το The Conversation.

Η άλλη μεγάλη μάχη στον πόλεμο της ταυτότητας δόθηκε στον Ψυχρό Πόλεμο, με την Μονρόε να εκφράζει πανηγυρικά όλα όσα η αμερικανική αφήγηση επέμενε ότι οι Σοβιετικοί ήθελαν να καταστρέψουν. Η πρόθυμη λαϊκή κατανάλωσή της ήταν εμβληματική της χρυσής εποχής του καπιταλισμού που γεννήθηκε από μια μεταπολεμική οικονομική άνθηση.

Η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση απέκτησε άλλη σημασία καθώς η ιδιωτική τηλεόραση ήταν σε άνοδο. Η βιομηχανία fast-food άνθισε με την ανάπτυξη του franchising. Και το 1959, η Mattel λάνσαρε τη Barbie, το σημείο τομής της μαζικής παραγωγής και της εξιδανικευμένης θηλυκότητας, ουσιαστικά η Μονρόε σε πλαστική μορφή αξίας 3 δολαρίων.

Η Μονρόε συνόψιζε ό,τι ήταν ανέμελο και ευχάριστο για τη δυτική λαϊκή κουλτούρα, ό,τι χρειαζόταν προστασία από την πρόοδο του κομμουνισμού.

Ο θάνατος

Τελικά όμως ο ίδιος ο θάνατός της της εξασφάλισε τη θέση στο πάνθεον των προσωπικοτήτων του 20ου αιώνα, υπογραμμίζει το The Conversation: Η Μέριλιν Μονρόε μπορεί να πέθανε το 1962, αλλά την ίδια στιγμή γεννήθηκε ένας θρύλος. Και ενώ η ζωή της έθεσε τις βάσεις για τη θρυλική της θέση, είναι ο θάνατός της που την εκτόξευσε στην εμβληματική αθανασία.

Ο απροσδόκητος και πρόωρος χαρακτήρας του θανάτου της- πέθανε στα 36 της χρόνια- είναι ζωτικής σημασίας, πράγμα που σημαίνει ότι το αστέρι της λειτουργεί διαφορετικά από της Αρίθα Φράνκλιν, της Ντόλι Πάρτον, ή της Μαντόνα, για παράδειγμα.

Το σημαντικότερο, σημειώνει, είναι ότι ήταν ένας τραγικός θάνατος που υποδείκνυε εσωτερικούς δαίμονες, όχι για ένας θάνατος που προέκυψε από «μια πράξη του Θεού». Επομένως, η ιστορία της Μονρόε ευθυγραμμίζεται με αυτές της Έιμι Γουάινχαουζ, της Τζούντι Γκάρλαντ και της Γουίτνεϊ Χιούστον, περισσότερο από τις ιστορίες της Πάτσι Κλάιν (πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα), της Τζιν Χάρλοου (πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια) ή της Τζέιν Μάνσφιλντ (πέθανε σε αυτοκινητικό δυστύχημα).

«Είναι αναμφισβήτητα ο τρόπος με τον οποίο οι συνθήκες της ζωής της τροφοδοτήθηκαν με τις εκείνες του θανάτου της» που μας κάνει να διατηρούμε ακόμα την προσοχή μας στη Μονρόε, καταλήγει το The Conversation, προσθέτοντας ότι τόσο το δεύτερο κύμα του φεμινισμού (ως προειδοποιητικό παραμύθι) όσο και το τρίτο κύμα του (ως ένα κορίτσι αφίσας για τη σωματική αυτοδιάθεση) έχουν διεκδικήσει τη Μονρόε για τη σεξουαλική της έκφραση. 

Η λαίμαργη κατανάλωση της Μονρόε στη ζωή των μέσων ενημέρωσης έχει διαμορφωθεί εκ νέου ως μια ιστορία ενός προσώπου που την τρώει το κοινό της, όπως η πριγκίπισσα Νταϊάνα. Και η εμμονή της εποχής του μακαρθισμού με την αποκάλυψη μυστικών αντικατοπτρίστηκε σίγουρα στα γεμάτα ερωτηματικά πρωτοσέλιδα που ανέφεραν τον θάνατό της, ανοίγοντας την πόρτα σε κάθε είδους θεωρίες συνωμοσίας γύρω από αυτόν.