«Good Boy»: Πώς γυρίστηκε η πρωτότυπη ταινία τρόμου με πρωταγωνιστή έναν σκύλο
Η ταινία προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από την Πέμπτη 9 Οκτωβρίου από το CINOBO.
Οι ταινίες τρόμου γυρίζονται με ένα σκοπό: να κάνουν το κοινό να ανατριχιάσει και να πλημμυρίσει από φόβο. Όταν όμως πρωταγωνιστεί ένα αξιολάτρευτο σκυλί, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Αυτή είναι η περίπτωση της ταινίας «Good Boy», μια ταινία τρόμου, ανεξάρτητης παραγωγής, που αφηγείται την ιστορία ενός σκύλου, στην προκειμένη περίπτωση, του σκύλου του ίδιου του σκηνοθέτη Μπεν Λέονμπεργκ, ονόματι Ίντι.
Η ταινία δεν έχει απλά πρωταγωνιστή ένα σκύλο, αλλά η ιστορία αναπτύσσεται από τη δική του οπτική γωνία.
Στην ταινία, ο Ίντι και ο κηδεμόνας του, ο Τοντ (Σέιν Τζένσεν), ταξιδεύουν στην αγροτική περιοχή του Νιου Τζέρσεϊ για να περάσουν χρόνο στο σπίτι του εκλιπόντος παππού του Τοντ. Αν και κανείς άλλος δεν βρίσκεται στο σπίτι, ο Ίντι αισθάνεται μια μυστηριώδη παρουσία ανάμεσά τους.
Μέσα από εκφραστικές κινήσεις του κεφαλιού, κλαψουρίσματα και περίεργα βλέμματα, ο Ίντι παρασύρει το κοινό στην τρομακτική εμπειρία της ανακάλυψης κάποιου είδους υπερφυσικής δύναμης. Και, καθώς τα ανθρώπινα πρόσωπα στην ταινία είναι ως επί το πλείστον κρυμμένα, ο θεατής βιώνει επίσης την απογοήτευση ενός πιστού ζώου που προσπαθεί να προειδοποιήσει τον κηδεμόνα του για το πρόβλημα, μόνο και μόνο για να το απορρίψουν. Αυτή η ασυνήθιστη οπτική γωνία θεωρείται ότι κάνει την ταινία εκπληκτικά συγκινητική.
Πώς γυρίστηκε η ταινία
Η ταινία χρειάστηκε τρία χρόνια για να γυριστεί. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν όταν ο Μπεν Λέονμπεργκ και η σύζυγός του, παραγωγός Κάρι Φίσερ, έφυγαν από τη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19 για ένα ενοικιαζόμενο σπίτι στο Μόρισταουν του Νιου Τζέρσεϊ.
Το χρονοδιάγραμμα δεν επηρεάστηκε τόσο από την πανδημία ή τις απεργίες του Χόλιγουντ, όσο από τον πρωταγωνιστή της ταινίας.
«Μπορεί να δουλέψει μόνο μία ή δύο ώρες την ημέρα», ανέφερε ο Λέονμπεργκ μιλώντας στο USA TODAY. «Ο χρόνος μας ήταν ο πιο σημαντικός μας πόρος. Είναι σαν να δουλεύουμε με ένα μικρό παιδί», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, έμπνευση για την ταινία αποτέλεσαν η ταινία «Το πνεύμα του κακού» (Poltergeist) και το γεγονός ότι οι σκύλοι αντιλαμβάνονται τα προβλήματα πριν από τους ανθρώπους.
«Η ιδέα ξεκίνησε ως ιδέα αφού είδαμε το Poltergeist του 1982 για πιθανώς 100ή φορά», είπε ο Λέονμπεργκ στο BBC Culture. «Στην αρχή αυτής της ταινίας, ο σκύλος της οικογένειας αισθάνεται ξεκάθαρα την παρουσία του φαντάσματος πριν από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό το στερεότυπο ότι ο ‘’σκύλος ξέρει καλύτερα’’ εμφανίζεται σε τόσες πολλές ταινίες τρόμου και σκέφτηκα: ‘’Κάποιος θα έπρεπε πραγματικά να πει αυτή την ιστορία από την οπτική γωνία του σκύλου’’».
Το μεγαλύτερο μέρος του «Good Boy» είναι γυρισμένο στο ύψος των ματιών του Ίντι, ώστε το κοινό να βλέπει τον σκύλο. Ο Λέονμπεργκ δεν χρησιμοποίησε τεχνολογία CGI ή δεύτερο σκύλο για την ερμηνεία του Ίντι. Ούτε χρειάστηκε να μάθει κάποιο νέο κόλπο ή να δώσει εντολές για τον ρόλο στον σκύλο του.
«Το θέμα ήταν να έχουμε την κάμερα έτοιμη την κατάλληλη στιγμή στο σωστό μέρος», εξήγησε, «στη συνέχεια να τον καθοδηγούμε με απλά στοιχεία, θορύβους, χειρονομίες και φαγητό σε αυτές τις συνθήκες και να είμαστε έτοιμοι να αποτυπώσουμε τα ένστικτά του αντί να του επιβάλλουμε τις προσδοκίες μας».
«Αυτές οι στιγμές θα μπορούσαν να μονταριστούν μαζί για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση μιας performance», συνέχισε. «Μπροστά στην κάμερα, αν απομονώσεις το βλέμμα του σε αυτό που κοιτάζει, το κοινό ενστικτωδώς δημιουργεί το νόημα. Συχνά συνδέουμε τις τελείες όταν παρακολουθούμε ταινίες τρόμου και ο Ίντι ήταν φυσικά κατάλληλος για να βοηθήσει το κοινό να το κάνει αυτό».
Ωστόσο, «κάθε κοντινό πλάνο του Ίντι στο οποίο πρέπει να είναι απλώς ακίνητος - αυτό πάντα απαιτούσε πολλή προσπάθεια και πολλές δοκιμές και λάθη», αποκάλυψε «Αλλά το να τον βάζουμε να περιπλανιέται μέσα στο σπίτι, μερικές φορές ήταν πραγματικά εύκολο. Φτιάχναμε κυριολεκτικά ίχνη από το φαγητό του σαν ψίχουλα για να τα ακολουθεί, για να ελέγχουμε κατά κάποιο τρόπο πώς θα πήγαινε από το σημείο Α στο σημείο Β», πρόσθεσε.
Επιμέλεια: Βαρδαλαχάκη Ιωάννα







