Ρίτσαρντ Γκαντ: Ο άνθρωπος πίσω από το «Μικρό ταρανδάκι» δεν μετανιώνει για τίποτα και ετοιμάζεται για τη νέα του σειρά

2025-film-independent-spirit-awards CAROLINE BREHMAN
ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026

Η σειρά του Netflix εκτόξευσε τον Ρίτσαρντ Γκαντ αλλά τον έθεσε επίσης στο επίκεντρο μιας νομικής διαμάχης. Τώρα επιστρέφει με τη σειρά «Half Man», σε άλλη μία «καυτή» εκδοχή της σύγχρονης αρρενωπότητας.

«Υπήρχε μια εποχή που ήμουν ένας από τους πιο διάσημους ανθρώπους στον πλανήτη», αναφέρει έντρομος ο Ρίτσαρντ Γκαντ. Το όνομά του με το πρώτο άκουσμα μπορεί να μην σου λέει τίποτα, όπμως πιθανότατα τον γνωρίζεις γιατί έχει δίκιο.

Όταν προβλήθηκε η σειρά «Μικρό ταρανδάκι» (Baby Reindeer) είχε γίνει, δικαίως, χαμός με πάνω από 65 εκατομμύρια τηλεθεατές παγκοσμίως τον πρώτο μήνα προβολής της στην πλατφόρμα του Netflix. Η σειρά ήταν εκπληκτική κερδίζοντας τρία βραβεία Bafta, δύο Χρυσές Σφαίρες και έξι βραβεία Emmy,

Αυτό έγινε τον Απρίλιο του 2024. Ο Γκαντ ήταν ένας stand-up καλλιτέχνης από το Φάιφ της Σκωτίας, που ζούσε σε ένα διαμέρισμα στο βόρειο Λονδίνο. Η σειρά τον απογείωσε, με το πρόσωπό του να είναι σε διαφημιστικές πινακίδες και τους ντετέκτιβ του διαδικτύου να προσπαθούν να ανακαλύψουν την πραγματική ταυτότητα των χαρακτήρων. Τότε δεν μπορούσε να πάει πουθενά χωρίς επίμονα βλέμματα, κάτι που ήταν άβολο για ένα άνθρωπο με προσωπικά θέματα, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος.

«Ήμουν η πολιτιστική συζήτηση», λέει χαρακτηριστικά στους βρετανικούς Times,σε μια συνέντευξη που έδωσε καθώς αυτόν τον μήνα κυκλοφορεί η νέα του δουλειά με τίτλο «Half Man», μια φιλόδοξη, βάναυση, βίαιη τηλεοπτική σειρά που εξερευνά τι σημαίνει να είσαι σύγχρονος άνθρωπος.

Η σειρά «Μικρό ταρανδάκι»

Όπως αποκαλύπτει, δεδομένου ότι η σειρά «Μικρό ταρανδάκι» αφορά προσωπικά του βιώματα, και την σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκε, ήταν άβολο να την βλέπει, αν και ο κόσμος στάθηκε στο πλευρό του. «Ποτέ δεν ήταν τόσο άσχημα όσο περίμενα στο κεφάλι μου. Στην πραγματικότητα, αποκατέστησε μεγάλο μέρος της πίστης μου στους ανθρώπους», αναφέρει.

Ο Τζόναθαν Ντιν, που του παίρνει την συνέντευξη, τον χαρακτηρίζει φιλικό αλλά μονίμως νευρικό, με διάφορα κολλήματα και μια διαρκώς ανήσυχη έκφραση. Σημειώνει μάλιστα ότι ο Γκαντ δεν ήθελε να φάνε στην διάρκεια της συνέντευξης, επειδή έχει μισοφωνία, μια δυσανεξία σε κοινούς ήχους, συμπεριλαμβανομένου του μασήματος άλλων ανθρώπων

Η φωνή του τρέμει, συνεχίζει ο Ντιν, και φαίνεται να έχει γεννηθεί με το άγχος που επιδεινώθηκε από όσα βίωσε ενώ εργαζόταν σε παμπ του Λονδίνου, όταν μια γυναίκα απέκτησε εμμονή μαζί του. Έχει επίσης υποστεί σεξουαλική επίθεση από ένα στέλεχος τηλεόρασης. Αυτές ήταν οι δύο ιστορίες που «πάντρεψε» σε μία στο «Μικρό ταρανδάκι».

«Μερικές φορές μου λείπει η ελευθερία και μόνο του να μπορώ να περπατάω», λέει ο Γκαντ για τα τραύματά του. «Δεν μου αρέσει να βρίσκομαι σε δημόσιους χώρους και πρέπει να τσεκάρω συνεχώς το περιβάλλον μου. Είναι κλισέ, αλλά τα χρήματα δεν μπορούν να σου αγοράσουν την ευτυχία».

Στο παρελθόν, ο Γκαντ παραδέχτηκε ότι τα θέματά του τον οδήγησαν σε προβλήματα με το ποτό και τα ναρκωτικά. Ωστόσο, πλέον είναι νηφάλιος. «Είμαι καλύτερα», λέει. «Αλλά δεν ξέρω γιατί, πραγματικά. Υποθέτω ότι ο χρόνος είναι γιατρός, αλλά τα είκοσί μου ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Δυσκολεύτηκα, αλλά από πολλές απόψεις γίνεσαι πιο σοφός και απλώς μεγαλώνεις. Κι όμως, έχω ακόμα άσχημες μέρες. Δεν έχω τελειώσει ακόμα, αλλά υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που το σκοτάδι ήταν απλώς υπερβολικό».

Πώς νιώθει όμως που το τραύμα του έδωσε  το υλικό που χρειαζόταν για να γράψει τις σειρές που τον έκαναν επιτυχημένο; «Λοιπόν, παραδόξως, δεν μπορούσα να ξεφύγω από τις σκέψεις μου», λέει με θλίψη - η θεραπεία δεν τον θεράπευσε. «Μερικοί άνθρωποι είναι καλοί στην απόσπαση της προσοχής. Να βλέπουν τηλεόραση, να πίνουν ένα ποτό το βράδυ, να κοιμούνται. Αλλά εγώ είχα αυτή την απόλυτη αίσθηση - το μυαλό μου πήγαινε στο τραύμα συνέχεια. Μακάρι να μπορούσα να είχα ξεφύγει. Μακάρι να μπορούσα να είχα αποσπάσει την προσοχή μου, αλλά δεν μπόρεσα, και έτσι η συγγραφή μου επέτρεψε να περάσω μέσα από τον πόνο και να βγω από την άλλη πλευρά».

Η μήνυση στο Netflix

Στην διάρκεια της συνέντευξης, ο Γκαντ ρωτήθηκε επίσης για την Φιόνα Μιούρ-Χάρβεϊ η οποία μήνυσε το Netflix για δυσφήμιση μετά την προβολή της σειράς «Μικρό ταρανδάκι». Η Μιούρ-Χάρβεϊ φέρεται να είναι η αληθινή Μάρθα της σειράς αλλά η ίδια αρνείται ότι παρενοχλούσε τον Γκαντ, ότι του έστειλε πάνω από 40.000 email και πήγε στο σπίτι του. Ζητάει μάλιστα αποζημίωση 170 εκατομμυρίων δολαρίων, υποστηρίζοντας ότι η σειρά «την κατέστρεψε άγρια». Σε αντίθεση με πολλές σειρές, το «Μικρό ταρανδάκι» αναφέρει στην αρχή ότι πρόκειται για «αληθινή ιστορία».

Μήπως όλα αυτά έχουν κάνει τον Γκαντ επιφυλακτικό σχετικά με το να εκθέτει τη ζωή του στην τέχνη του; «Πάντα έκανα αυτό που ένιωθα σωστό για ένα έργο», λέει με επιφύλαξη. «Αν γράψεις υπό καθεστώς φόβου, δεν θα πάει και πολύ καλά. Η πρώτη μου σκέψη είναι αν μπορώ να αποδώσω δικαιοσύνη στο θέμα - πριν αναρωτηθώ τι μπορεί να σκεφτεί κάποιος».

Θα ξαναέκανε, επομένως, το «Μικρό ταρανδάκι»; «Λοιπόν, κάποια από αυτά θα είναι αρκετά δύσκολο να τα συζητήσουμε», λέει, επικαλούμενος την αγωγή, η οποία εκκρεμεί ακόμα.

«Αλλά είμαι πολύ περήφανος για τη σειρά, και μέσα σε όλο τον θόρυβο και τα πράγματα που συνέβησαν έκανε πολύ καλό. Είχε έναν εκπληκτικό αντίκτυπο. Οι επισκέψεις σε φιλανθρωπικά ιδρύματα για την κακοποίηση αυξήθηκαν κατά 53%, 47% για φιλανθρωπικά ιδρύματα για την παρακολούθηση. Είμαι περήφανος που οι άνθρωποι το είδαν, ταυτίστηκαν και συνειδητοποίησαν ότι χρειάζονται βοήθεια. Αυτό οδήγησε σε θετικές αλλαγές. Υπάρχουν λοιπόν πολλά για τα οποία είμαι εξαιρετικά περήφανος».

Παράλληλα, παραδέχεται ότι η φήμη που του χάρισε η σειρά δεν είχε μόνο αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή του. Χωρίς την σειρά, ως φανατικός του ποδοσφαίρου δεν θα είχε αγωνιστεί στον φιλανθρωπικό αγώνα Soccer Aid πέρυσι. «Το σπουδαιότερο πράγμα που έχω κάνει ποτέ!», λέει χαμογελώντας. «Μπλόκαρα ένα σουτ του Ρούνεϊ. Πάσαρα στον Ριβάλντο».

Το «Half Man»

Η συγγραφή είναι το βάλσαμο του Γκαντ. Ξεκίνησε να γράφει το «Half Man» πριν το «Μικρό ταρανδάκι» προβληθεί στο Netflix.

Το  «Half Man» έρχεται με τη μορφή ενός δράματος έξι επεισοδίων για δύο «αδέρφια», τους οποίους υποδύονται οι Γκαντ και Τζέιμι Μπελ. Χρονικά η σειρά αφορά σε αρκετές δεκαετίες, με την  ιστορία να εξερευνά τη σχέση μεταξύ των δύο, από τα ταραγμένα εφηβικά τους χρόνια μέχρι μια βίαιη επανένωση στη σύγχρονη εποχή. Είναι μια σκοτεινή και σκληρή ματιά στο τι σημαίνει να είσαι άντρας και υπόσχεται να μας δείξει τα καλά, τα κακά και τα άσχημα των εποχών που αλλάζουν, όπως και των ανθρώπων που αλλάζουν.  

Είναι και αυτό αυτοβιογραφικό; «Όχι», ξεκαθαρίζει ο Γκαντ. «Αλλά υπάρχουν σαφώς θέματα με τα οποία συνδέομαι: σύγχυση, τραύμα, κακοποίηση».

«Η σειρά αφορά την ανδρική βία, την καταπίεση, τον θυμό και την ανικανότητα», αναφέρει ο Γκαντ εξηγώντας την ουσία του έργου. Υπάρχει, όπως και με το «Μικρό ταρανδάκι», πολύ θλιβερό σεξ.

Θα μπορούσε άραγε να γράψει ποτέ για χαρούμενο σεξ; «Πιθανώς!», απαντάει γελώντας προσθέτοντας ότι δεν επέτρεψε στους γονείς του να δουν το «Μικρό ταρανδάκι», αν και εκείνοι το είδαν κρυφά. 

Στη νέα του σειρά υποδύεται τον Ρούμπεν, ένα σωματώδη χείμαρρο οργής και δύναμης που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα που είδαμε στο «Μικρό ταρανδάκι».  «Έκανα ένα άλμα πίστης για να γίνω από ένας αδύνατος κωμικός στην επιτομή της αρρενωπότητας, αλλά ήξερα, ότι, για να ξεφύγω από το παρελθόν, έπρεπε να αλλάξω τα πάντα στον εαυτό μου», αποκαλύπτει.

Το «Half Man» έρχεται σε μια εποχή που η τηλεόραση αφήνει εκτός την αρρενωπότητα. Όπως λέει ο Γκαντ, η ιδέα για το πού βρίσκονται οι άνδρες στην κοινωνία έχει περάσει από «μια ηθική φώτιση, κατά κάποιο τρόπο» και ο ίδιος θέλει να διερευνήσει τις διαφορές στις στάσεις μεταξύ της δεκαετίας του 1990 και του σήμερα, όταν το μοίρασμα είναι φροντίδα και η ομοφυλοφιλία δεν είναι αμαρτία.

Ειλικρινά, συνεχίζει, η σειρά θα μπορούσε να ονομαστεί «Richard Gadd: The Problem with Men — and Me». «Πρέπει να είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεγαλώσεις σε αυτή την εποχή με τόση φωνές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», αναφέρει επίσης κάνοντας λόγο για ένα «κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο».