Όταν η ταινία είναι καλύτερη από το βιβλίο
Από τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» μέχρι τον «Νονό».
Το βιβλίο ήταν καλύτερο. Αυτή είναι από τις πιο συνηθισμένες φράσεις που ακούγεται από κάποιον όταν παρακολουθεί μία ταινία η οποία βασίζεται σε βιβλίο που έχει διαβάσει.
Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη είναι εγχείρημα που ενέχει αρκετούς κινδύνους. Και το ιστορικό της επιτυχημένης μεταφοράς αγαπημένων βιβλίων σε στον κινηματογράφο δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό: από τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», μια ταινία που θεωρήθηκε ότι έπληξε η «επιπολαιότητα», μέχρι το «Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι», ένα σύγχρονο κλασικό έργο που έγινε ταινία, η οποία δεν άρεσε ιδιαίτερα ούτε στον ίδιο τον συγγραφέα του βιβλίου.
Η μεταφορά ενός έργου στην οθόνη αποτελεί, εξ ορισμού, μια δύσκολη και γεμάτη άγχος διαδικασία. Μήπως το καστ καταστρέψει τον εσωτερικό κόσμο που έχεις πλάσει; Μήπως το σενάριο ισοπεδώσει την αφηγηματική γραφή; Μήπως τρεις δευτερεύοντες χαρακτήρες συρραφούν αποτυχημένα σε μία «φρανκενσταϊνική» φιγούρα; Ένας σπουδαίος σκηνοθέτης μπορεί να φωτίσει ένα κείμενο, προσδίδοντας απροσδόκητα χρώματα στα περιθώριά του. Ένας κακός σκηνοθέτης, αντίθετα, μπορεί να διαπράξει πράξεις κατάφωρου πολιτισμικού βανδαλισμού.
Γιατί, επομένως, να μπει κανείς στον κόπο να μεταφέρει ένα βιβλίο στον κινηματογράφο; Επειδή έχει εμπορικό νόημα να αξιοποιηθεί η βάση των θαυμαστών ενός «προϋπάρχοντος έργου», εξηγεί μιλώντας στους Financial Times η Λουίζ Γουίλντερ, κειμενογράφος για τον εκδοτικό οίκο Penguin και συγγραφέας του βιβλίου «The Book Was Better».
Υπάρχουν όμως και καλλιτεχνικά οφέλη: έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός κινηματογραφικού στούντιο χάρη σε ένα αναγνωρισμένο έργο πνευματικής ιδιοκτησίας, «μπορείς να πάρεις περισσότερα ρίσκα σε όλα τα υπόλοιπα», όπως θα έλεγε και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, του οποίου οι περισσότερες σημαντικές ταινίες αποτελούσαν διασκευές λογοτεχνικών έργων.

Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες κινηματογραφικές μεταφορές βιβλίων στερούνται του καλλιτεχνικού βάρους που χαρακτηρίζει τα αριστουργτούμενα του Κιούμπρικ.
Το βιβλίο της Γουίλντερ εξετάζει τους λόγους για τους οποίους αυτή η διαδικασία συχνά καταλήγει σε παταγώδη αποτυχία. Η συγγραφέας αναλύει με επιτυχία τι είναι αυτό που λειτουργεί στη λογοτεχνία σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, ενώ διαθέτει την ικανότητα να εντοπίζει τις εντάσεις μεταξύ των δύο μορφών τέχνης — εντάσεις που μπορούν είτε να οδηγήσουν σε ένα ανώτερο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα είτε να μετατρέψουν μια ιδανική σύλληψη σε μια κινηματογραφική καταστροφή.
Ορισμένες φορές —όπως στην περίπτωση της ταινίας «Η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας» (The Bonfire of the Vanities)— η κλίμακα ενός μυθιστορήματος είναι τόσο μεγάλη που καθίσταται αδύνατο να αποδοθεί μέσα σε λίγες ώρες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Άλφρεντ Χίτσκοκ θεωρούσε ότι τα διηγήματα αποτελούν συχνά καλύτερη πηγή για ταινίες απ’ ό,τι τα μυθιστορήματα: «Σπάνια αφήνει κανείς ένα διήγημα στη μέση, και υπό αυτή την έννοια, μοιάζει με μια ταινία».
Κατά τα άλλα, το ζήτημα αφορά και τον τρόπο που προσεγγίζει κάποιος το υλικό του. Η Γουίλντερ εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι τόσοι πολλοί δημιουργοί ταινιών προσπάθησαν να «επιβάλουν» μια ιστορία αγάπης μέσα από τις νοσηρές στρεβλώσεις του έργου της Έμιλι Μπροντέ, «Ανεμοδαρμένα Ύψη».
Η συγγραφέας αναλύει το ηθικό σκοτάδι στο μυθιστόρημα «In a Lonely Place» της Ντόροθι Μ. Χιουζ, επισημαίνοντας ότι η κινηματογραφική μεταφορά του 1950 «Διψασμένος για ηδονή» υπέπεσε σε ένα ολέθριο σφάλμα: εξέλαβε ως απόλυτη αλήθεια την περιγραφή που δίνει για τον εαυτό του ο μισογύνης αφηγητής — ενώ στο μυθιστόρημα είναι ένας κακόβουλος χαρακτήρας, στην ταινία παρουσιάζεται σχεδόν ως ήρωας.
Παράλληλα, μας υπενθυμίζει ότι στην ταινία «Η Φάρμα των Ζώων» (1954) —παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε από τη CIA— τα ζώα ανατρέπουν τα διεφθαρμένα γουρούνια, «προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο Κομμουνισμός θα μπορούσε να ηττηθεί».

Αλλά, όπως τα καλά βιβλία μετατρέπονται συχνά σε κακές ταινίες, μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο. Λίγοι θα αμφισβητούσαν ότι «Ο Νονός» —ένα αξεπέραστο αριστούργημα του κινηματογράφου— βασίστηκε σε ένα έργο που δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ευτελές, εμπορικό ανάγνωσμα.
Με αφορμή το βιβλίο της Γουίλντερ, οι Times του Λονδίνου συγκεντρώνουν τις ταινίες που τελικά ήταν καλύτερες από το βιβλίο, με βάση τις εκτιμήσεις γνωστών συγγραφέων:
Γουίλιαμ Μπόιντ: Τζάκι Μπράουν (1997), σε σκηνοθεσία Κουέντιν Ταραντίνο. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Έλμορ Λέοναρντ.
Ελίφ Σαφάκ: Δόκτωρ Ζιβάγκο (1965), σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λην. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Μπορίς Παστερνάκ.
Ίρβιν Γουέλς: Ο Νονός ΙΙ (1974), σε σκηνοθεσία Φράνσις Φορντ Κόπολα. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Μάριο Πούτζο.
Κάθριν Ράντελ: Jurassic Park (1993), σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Μάικλ Κράιτον.
Ναόμι Άλντερμαν: Στρατιώτες του Σύμπαντος (Starship Troopers- 1997), σε σκηνοθεσία Πολ Βερχόφεν. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Ρόμπερτ Χάινλαϊν.
Τζάκι Κέι: Carol (2015), σε σκηνοθεσία Τοντ Χέινς. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ.
Σεμπάστιαν Φοκς: Ο Άγγλος ασθενής (1997), σε σκηνοθεσία Άντονι Μινγκέλα. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Μάικλ Οντάατζε.
Βιρτζίνια Έβανς: Η τριλογία του Άρχοντα των δαχτυλιδιών (2001-03), σε σκηνοθεσία Πίτερ Τζάκσον. Η ταινία βασίστηκε στα βιβλία του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν.
Άντονι Χόροβιτς: Ψυχώ (1960), σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Ρόμπερτ Μπλοχ.
Λι Τσάιλντ: Η κόρη του στρατηγού (1999), σε σκηνοθεσία Σάιμον Γουέστ. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Νέλσον ΝτεΜίλ.
Ίαν Ράνκιν: Ζώνη ενδιαφέροντος (2023), σε σκηνοθεσία Τζόναθαν Γκλέιζερ. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο του Μάρτιν Έιμις.







