Ζιλ Ντασέν: από τον Χίτσκοκ στη Μελίνα

dassen
ΔΕΥΤΕΡΑ, 31 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

Υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου, κυνηγημένος από το αμερικανικό σινεμά, βοηθός του Χίτσκοκ και επίτιμος Έλληνας πολίτης, ο Ζιλ Ντασέλ «έφυγε» μία μέρα σαν και την σημερινή, στις 31 Μαρτίου του 2008.

Ο Ζιλ Ντασέν ήταν γόνος ρωσοεβραίου κουρέα μετανάστη στις ΗΠΑ. Γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1911 στο Κονέκτικατ, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στο Χάρλεμ και έπειτα στο Μπρονξ. Συνοικίες σκληρές όπου εκείνη την εποχή ίσχυε ο νόμος του ισχυρότερου.

Σύντομα βρίσκει καταφύγιο στην τέχνη και φεύγει για το Χόλιγουντ. Ήθελε να γίνει σκηνοθέτης. Εκεί δουλεύει δίπλα στον Άλφρεντ Χίτσκοκ, ως βοηθός σκηνοθέτη και το 1942 γυρίζει την πρώτη του ταινία, «Πράκτορας των Ναζί». Ο ίδιος είπε αργότερα ότι τις πέντε πρώτες του ταινίες δεν ήθελε ούτε να τις θυμάται. Ωστόσο, οι συνάδελφοί του είχαν άλλη άποψη.

Το άστρο του αρχίζει να ξεχωρίζει αλλά με προτροπή του Ελία Καζάν βρίσκεται μεταξύ των ονομάτων στη Μαύρη Λίστα του Χόλιγουντ, ως κομμουνιστής.

Δουλειά δεν έχει, αν και το 1952 η Μπέτι Ντέιβις τον θέλει να τη σκηνοθετήσει στο θέατρο. Η ίδια αρρωσταίνει και η παράσταση κατεβαίνει.

Ένα χρόνο μετά, ο Ντασέν αναγκάζεται να μετακομίσει στη Γαλλία με την τότε σύζυγό του, τη βιολονίστρια Μπεατρίς Λόουνερυ και τα τρία τους παιδιά, τον διάσημο τραγουδιστή Τζο Ντασέν (ο οποίος πέθανε από καρδιακό επεισόδιο το 1980), την ηθοποιό Ζύλι Ντασέν και τη συνθέτρια Ρίκι Ντασέν.

Χωρίς να γνωρίζει καλά τη γλώσσα και με ελάχιστες διασυνδέσεις, αρχικά πασχίζει για δουλειά. Αλλά το «Ριφιφί» το 1955 θα τον φέρει στις Κάννες όπου θα αποσπάσει το βραβείο του καλύτερου σκηνοθέτη. Το «Ριφιφί» θεωρείται το πρωτότυπο σενάριο της «Συμμορίας των 11» (Ocean’s Eleven, 1960) και του «Mission Impossible» (1996).

Η ζωή του αρχίζει να αλλάζει. Η δικαίωση πλησιάζει.

Στις Κάννες γνωρίζει και τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία έχει πάει ως πρωταγωνίστρια στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Ο έρωτας κεραυνοβόλος. Παντρεύτηκαν στις 18 Μαΐου του 1966 και δεν χώρισαν ποτέ μέχρι το θάνατό της το 1994.

Αυτή γίνεται η μούσα του. Ακολουθούν το «Ποτέ την Κυριακή» (1960), η «Φαίδρα» (1962) το «Τοπ Καπί» (1964) και πολλά άλλα. Το «Φαίδρα» προτείνεται για Όσκαρ κοστουμιών, το «Τοπ Καπί» χαρίζει στον Πίτερ Ουστίνοφ ένα χρυσό αγαλματίδιο στην κατηγορία του β’ ανδρικού ρόλου και το «Ποτέ την Κυριακή» προτείνεται για 5 Όσκαρ και κερδίζει αυτό της μουσικής για τον Μάνο Χατζιδάκι και τα «Παιδιά του Πειραιά».

Η θεατρική του μεταφορά ως «Ίλια Ντάρλινγκ» στο θέατρο Μπροντγουέι, θα σημάνει τη δυναμική του επιστροφή στις ΗΠΑ.

Στην περίοδο της δικτατορίας, έντονα πολιτικοποιημένοι και οι δύο αποφασίζουν να μείνουν Γαλλία και να συντονίζουν από εκεί τον δικό τους αγώνα. Δύο μέρες μετά την πτώση της Χούντας, επιστρέφουν στην Αθήνα.

Το 1980 γυρίζει την τελευταία του ταινία «Στα 16 γνώρισα τον έρωτα» με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και συνεργάζεται μία τελευταία φορά με το συνεργείο του, τους ίδιους ανθρώπους που χρησιμοποιούσε πάντα στις ταινίες του.

Από το 1981 και μετά, από τότε που η Μερκούρη αναλαμβάνει ενεργό πολιτική δράση, μάχεται δίπλα της με κύριο μέλημα την επιστροφή των Ελγινείων μαρμάρων στην Ελλάδα.

Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, τιμήθηκε από την πολιτεία ως επίτιμος Έλληνας πολίτης. Ένα δείγμα ύψιστης αναγνώρισης της πολιτιστικής προσφοράς του στην Ελλάδα. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ήμουν Έλληνας πριν γνωρίσω τη Μελίνα».