Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης συναντά την ελληνική κρίση

enas-allos-kosmos
ΤΡΙΤΗ, 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015

Ο έρωτας μπορεί να εκμηδενίσει διαφορές Ελλήνων και ξένων σε τρεις διαφορετικές ιστορίες. Μπορεί όμως να δημιουργήσει μια καλή ταινία;

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι ένα φαινόμενο της εποχής μας. Μπορεί οι δουλειές του να είναι έως τώρα εσωτερικής κατανάλωσης αφού δεν έχει καταφέρει ακόμη να κάνει το μεγάλο βήμα στο εξωτερικό, μπορεί να μη φημίζεται για την πρωτοτυπία του, μπορεί χίλια-δύο άλλα πράγματα, αλλά δεν μπορείς να μην παραδεχτείς ότι έχει πέραση. Αφού οι τηλεοπτικές του σειρές έσπασαν ρεκόρ τηλεθέασης, εξαργύρωσε αυτή την επιτυχία κάνοντας το άλμα προς τη μεγάλη οθόνη (εδώ υπάρχει το παράδοξο ότι οι σειρές του ήταν αρκετά κινηματογραφικές σε αντίθεση με το σινεμά του που μοιάζει με πολύ προσεγμένη τηλεταινία). Το «Αν…» έκοψε 530 χιλιάδες εισιτήρια, αγαπήθηκε, μισήθηκε και εν τέλει συζητήθηκε. Κάπως έτσι είναι ολόκληρη η έως τώρα καριέρα του Παπακαλιάτη, ο οποίος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο καταφέρνει να μένει εδώ και μια δεκαετία στην επικαιρότητα.

Αυτή την εβδομάδα κυκλοφορεί λοιπόν στις αίθουσες η νέα ταινία του με τίτλο «Ένας άλλος κόσμος» και με την εμπορική επιτυχία να θεωρείται δεδομένη, μπορούμε να ασχοληθούμε με άλλα πράγματα, όπως αν το διεθνές καστ εγγυάται προβολή έξω από τα σύνορα της χώρας.

Έχουμε να κάνουμε με μια ερωτική τριλογία που οδηγεί σε ένα ενιαίο τέλος. Το φιλμ αποτελείται από τρεις ιστορίες αγάπης ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους, με διαφορετικό φόντο κάθε φορά αλλά με τον κοινό παρονομαστή ότι ο έρωτας είναι η λύση και η απάντηση σε κάθε πρόβλημα. Στο επίκεντρο βρίσκονται καυτά ζητήματα της επικαιρότητας όπως το μεταναστευτικό, το εργασιακό και η στροφή της κοινωνίας προς το φασισμό και παρακολουθούμε πώς όλο αυτό το βαρύ πακέτο επηρεάζει τρεις διαφορετικές γενιές. Θα μπορούσε να λέγεται και «3» η ταινία. Τι; Όχι; Εντάξει, μπαίνουμε στο κυρίως θέμα εξετάζοντας αναλυτικά τις ιστορίες.

Στην πρώτη ιστορία το ρομάντζο που εκτυλίσσεται είναι μεταξύ μιας ελληνίδας φοιτήτριας (Νίκη Βακάλη) και ενός σύριου μετανάστη (Tawfeek Barhom). Αυτή είναι ελεύθερο πνεύμα και έρχεται σε σύγκρουση με τον ρατσιστή πατέρα της (ο Μηνάς Χατζησάββας στον τελευταίο του ρόλο), ο οποίος είναι μέλος ακροδεξιάς οργάνωσης. Αυτός τα βάζει με κάποιους άλλους μετανάστες όταν της επιτίθενται και προσπαθούν να τη βιάσουν και αφού τη σώσει, οι δρόμοι τους θα ξανασυναντηθούν τυχαία και κάπως έτσι θα ερωτευτούν προσπερνώντας τις δυσκολίες και τις διαφορές τους.

Η δεύτερη ιστορία έχει πρωταγωνιστή τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, ως υψηλόβαθμο στέλεχος μιας εταιρείας που βρίσκεται στα πρόθυρα απολύσεων. Αυτή τη δουλειά θα την κάνει κάποιο άτομο από τα κεντρικά της εταιρείας στο εξωτερικό, το οποίο ο ίδιος δε γνωρίζει πως είναι γυναίκα (η Ούγγαρέζα Αντρέα Όσβαρτ), αλλά και πως κοιμήθηκε μαζί της το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητά της. Καθώς ο γάμος του βρίσκεται ένα βήμα πριν το τελικό στάδιο και το μόνο που τον κρατά σε αυτόν είναι ο γιος του, ερωτεύεται την Σουηδέζα που ήρθε να κάνει τις απάνθρωπες μειώσεις εργατικού δυναμικού και το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο έρωτας είναι ικανός να γεφυρώσει ακόμη και αυτά τα αντίπαλα στρατόπεδα εν καιρώ κρίσης.

Η τρίτη και τελευταία ιστορία είναι και αυτή που δίνει την κωμική νότα του φιλμ, οδηγώντας σε ένα γλυκόπικρο φινάλε. Μια μικροαστή ελληνίδα νοικοκυρά (Μαρία Καβογιάννη) συναντά τυχαία στο σούπερ μάρκετ έναν μορφωμένο και πολυταξιδεμένο γερμανό τουρίστα (ο βραβευμένος με Όσκαρ Τζ. Κ. Σίμονς). Το νεοελληνικό μένος κατά των Γερμανών δεν αργεί για να ξεσπάσει, ωστόσο αυτός επιμένει και έτσι καταλήγουν να συναντιούνται μια φορά κάθε εβδομάδα στο ίδιο σούπερ μάρκετ. Και οι δύο αναζητούν μια δυνατή εμπειρία που θα τους κάνει να νιώσουν και πάλι ζωντανοί και τη βρίσκουν στο πρόσωπο του άλλου. Ο έρωτάς τους δεν είναι κεραυνοβόλος όπως στην πρώτη ιστορία και είναι λογικό, αλλά μοιάζει πολύ περισσότερο με αγάπη και ενιαίο σεβασμό και τέλος πάντων είναι πιο cheesy και από μονόλογο για την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής (που φυσικά και υπάρχει μέσα στην ταινία).

Είναι δύσκολο να κατηγοριοποιήσεις το σινεμά που κάνει ο Παπακαλιάτης. Αν έπρεπε να δοκιμάσουμε, θα το χαρακτηρίζαμε επικαιροποιημένο άρλεκιν, το οποίο προσφέρεται σε ένα πολύ προσεγμένο πακέτο με καλοφτιαγμένη φωτογραφία και μουσική επένδυση. Όλα τα κλισέ που κυριάρχησαν στο «Αν…» κάνουν και εδώ την εμφάνισή τους. Το μάρκετινγκ της ταινίας επιβάλλεται με «βίαιο» τρόπο και ας πούμε πως αν είσαι οπαδός του Παπακαλιάτη και προετοιμάζεις κάποιο ταξίδι αλλά δεν έχεις αποφασίσει με ποια αεροπορική εταιρεία θα πετάξεις, αν αναρωτιέσαι σε ποιο σούπερ μάρκετ θα κάνεις αύριο τα ψώνια σου ή αν θες να αγοράσεις ένα λάπτοπ και δεν ξέρεις τι μάρκα να επιλέξεις, μετά την προβολή θα έχεις λύσει όλα τα προβλήματά σου.

Από εκεί και πέρα, κάποιες συμπτώσεις της πλοκής είναι πολύ ακραίες για να γίνουν πιστευτές, με τις εμμονές της δεύτερης ιστορίας να θυμίζουν πάρα πολύ το ρομάντζο του Δημήτρη και της Χριστίνας στην Πλάκα του «Αν…», αλλά το κοινό που ακολουθεί τον Παπακαλιάτη θέλει να παραμυθιαστεί. Συνεπώς, αν και οι ιστορίες του τοποθετούνται στο εδώ και το τώρα της πραγματικότητας, αντιμετωπίζονται ως μοντέρνα αλληγορικά παραμύθια στα οποία όταν ένας χαρακτήρας νιώθει θλίψη όλως τυχαίως από μπροστά του περνά η περιφορά του Επιταφίου και αυτό φαίνεται φυσιολογικό.

Στο  «Ένας άλλος κόσμος» ο Παπακαλιάτης εμμένει στη θεματική των ερωτικών ιστοριών, αυτή τη φορά όμως διανθίζει την υπόθεση με πολλά σημαντικά ζητήματα της καθημερινότητάς μας. Ο τρόπος που τα διαχειρίζεται είναι πάντως είναι αρκετά απλοϊκός και καθόλου ρεαλιστικός και για αυτό το λόγο όταν η ταινία προσπαθεί να μπει στα χωράφια του ρεαλισμού, ας πούμε ότι δεν πείθει ιδιαίτερα. Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται τα έχουμε δει στο ελληνικό σινεμά των τελευταίων ετών, με πιο κρυπτικό τρόπο μεν, αλλά πιο διεισδυτικό και ουσιαστικό δε. Εκεί που θέλουμε να καταλήξουμε είναι ότι παρά το διεθνές καστ και ειδικά τη λαμπρή παρουσία του Σίμονς, η ταινία δεν πρωτοτυπεί και δε διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που θα της επιτρέψουν να ταξιδέψει στο εξωτερικό.

Όσο και να κακοχαρακτηρίσεις βέβαια το σινεμά του Παπακαλιάτη, ο κόσμος που θέλει να πάει να το δει θα το κάνει. Και για τα δεδομένα του ελληνικού εμπορικού σινεμά, η πρότασή του είναι με διαφορά η πιο καλαίσθητη που κυκλοφορεί εκεί έξω. Κάθε ιστορία του «Ένας άλλος κόσμος» είναι πιο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη, με αποκορύφωμα φυσικά την τρίτη, στην οποία οι Καβογιάννη και Σίμονς έχουν βρει μια πολύ περίεργη χημεία που αν και στην αρχή σε κάνει να αισθάνεσαι κάπως άβολα, στην πορεία είναι άκρως διασκεδαστική. Το μπλέξιμο των ιστοριών γίνεται με μια ανατροπή που θα έπρεπε να περιμένεις από τον Παπακαλιάτη και σίγουρα θα ικανοποιήσει τους ακόλουθούς του. Δε θα χάσει κάτι όποιος δε δει το «Ένας άλλος κόσμος», αλλά αν το επιλέξει κιόλας δε θα ενοχληθεί.

Η ταινία «Ένας άλλος κόσμος» θα βγει στις αίθουσες στις 17 Δεκεμβρίου, από την Village.

Γιάννης Μόσχος

[email protected]