Όχι άλλα αμερικανικά ριμέικ

the-secret-in-their-eyes
ΔΕΥΤΕΡΑ, 18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Με αφορμή το ριμέικ του αργεντίνικου φιλμ «Το μυστικό στα μάτια της», ας μιλήσουμε για μια από τις πιο ενοχλητικές πρακτικές του Χόλιγουντ.

Τρεις νέες ταινίες κυκλοφορούν στην αίθουσα αυτή την εβδομάδα και μέσα σε αυτές συναντάμε το «Μυστικό στα μάτια τους», αμερικανικό ριμέικ του αργεντίνικου φιλμ που το 2010 απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Βλέποντας το καστ του φιλμ, σίγουρα θαμπώνεσαι από τη λάμψη του και το χολιγουντιανό αέρα. Στους τρεις πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τους Τσιούετελ Έτζιοφορ, Τζούλια Ρόμπερτς και Νικόλ Κίντμαν, με την παρουσία τους να σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν πράγματι αυτό το ριμέικ έχει να προσθέσει κάτι στην αρχική καλή ταινία. Όσο καλές προθέσεις και αν έχεις όμως και παρά το συνωστισμό καλών ηθοποιών, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από την πλειάδα παντελώς ανούσιων και άχρηστων ριμέικ που έχουμε δει και ήδη ξεχάσει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Εύλογα τίθεται το εξής απλό ερώτημα για ποιο λόγο να ξεκινήσεις το ριμέικ μιας ταινίας που σημείωσε επιτυχία μόλις πριν από λίγα χρόνια, χωρίς να έχεις να πεις τίποτα διαφορετικό, ακολουθώντας κατά γράμμα την πλοκή της. Γιατί κύριε Μπίλι Ρέι να μην κάνεις απλά μια ανάρτηση στο Facebook ή ένα tweet ενημερώνοντας το κοινό σου για την αξία αυτής της ταινίας αντί να μπεις σε αυτή την ανώφελη διαδικασία; Ασφαλώς και οι λόγοι είναι αποκλειστικά οικονομικής φύσεως, παρόλα αυτά πλέον ο κόσμος είναι υποψιασμένος και δε στηρίζει τέτοια εγχειρήματα, οπότε γιατί τέλος πάντων να μην δοκιμάσεις να πετύχεις με μια πρωτότυπη ιδέα, ειδικά όταν καταφέρνεις να μαζέψεις όλους αυτούς τους ηθοποιούς;

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα είναι ρητορικά και έχουν να κάνουν με μια τακτική του αμερικανικού σινεμά που τείνει να εξελιχθεί σε μόδα. Γιατί το «Μυστικό στα μάτια τους» δεν είναι η μοναδική τέτοια περίπτωση. Το ίδιο συνέβη με το σύγχρονο σουηδικό αριστούργημα «Άσε το κακό να μπει» που μόλις δύο χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε και στην Αμερική με πρωταγωνίστρια την Κλόι Μορέτζ. Δεν ήταν τόσο κακή ταινία (κυρίως λόγω της χαρισματικής Μορέτζ), αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν αφάνταστα αχρείαστη. Για να μην αναφερθούμε στο «Oldboy» του Τσαν-Γουκ Παρκ που δέκα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε ξανά ως παρωδία δια χειρός Σπάικ Λι. Και δεν αναφερόμαστε καν σε ό,τι συμβαίνει στις ταινίες τρόμου γιατί εκεί ακόμη και οι περισσότερες καινούριες ιδέες είναι έτσι κι αλλιώς ξεπατίκωμα παλαιότερων.

Το χειρότερο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από όλη αυτή την κουβέντα είναι η ναρκισσιστική τάση του Χόλιγουντ να θεωρεί πως είναι το κέντρο του κινηματογραφικού κόσμου και τίποτα δεν έχει νόημα αν δεν ειπωθεί μέσα από τα στούντιό του. Σαν να μη ζούμε στο 2016 και όλα να είναι προσβάσιμα στον οποιονδήποτε και να υπάρχουν κάποιοι εκλεκτοί δημιουργοί που σαν άλλοι Χριστόφοροι Κολόμβοι κάνουν υπερατλαντικά ταξίδια σε διάφορες χώρες, βλέπουν τις ταινίες που αξίζουν εκεί και αφού επιστρέφουν τις γυρίζουν σκηνή προς σκηνή για να μοιραστούν τη γνώση με όλους εμάς τους κοινούς θνητούς.

Με τον «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη να αποτελεί σημείο αναφοράς στο ελληνικό μποξ όφις και τους ισλανδικούς «Δεσμούς αίματος» να κερδίζουν το σινεφίλ κοινό, μάλλον δε μένει πολύς χώρος για το ριμέικ του επιτυχημένου αργεντίνικου φιλμ και αυτό είναι εν τέλει δίκαιο. Οι Ρόμπερτς και Κίντμαν  πρέπει να προσπαθήσουν πολύ περισσότερο για να θυμηθούν τις παλιές τους δόξες.

Γιάννης Μόσχος

[email protected]