Με την «Julieta» ο Πέδρο Αλμοδόβαρ επιστρέφει στη φόρμα. Αρκεί όμως αυτό;

julieta
ΠΕΜΠΤΗ, 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

Η άποψή μας για την νέα ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη που κυκλοφορεί στις αίθουσες.

Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους δημιουργούς των τελευταίων 35 ετών, έχοντας έναν πιστό πυρήνα οπαδών που τον ακολουθεί σε κάθε ταινία του. Η αλήθεια είναι ότι με το «Δεν κρατιέμαι» του 2013 μας απογοήτευσε, αφού παγιδεύτηκε μέσα στο κιτς που ο ίδιος ανέδειξε, αλλά είχαμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι για τη φετινή εικοστή κυκλοφορία του. Η «Julieta» έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών και απέσπασε θετικές κριτικές, με πολλούς να κάνουν λόγο για επιστροφή του Ισπανού στη φόρμα που τον αγαπήσαμε.

Ίσως κάποιοι να θυμάστε ότι η νέα ταινία του Αλμοδόβαρ είχε αρχικά τον τίτλο «Silencio». Είναι και ο τίτλος της τρίτης ιστορίας από το «Runaway» της βραβευμένης με Νόμπελ Άλις Μονρό, πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία. Μάλιστα, ο Ισπανός σκηνοθέτης είχε αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου ήδη από το 2009 και είχε σκοπό να πραγματοποιήσει το αγγλόφωνο ντεμπούτο του, με την Μέριλ Στριπ να αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η υπόθεση προχώρησε και η τοποθεσία για τα γυρίσματα βρέθηκε στον Καναδά, μέχρι ο Αλμοδόβαρ να αποφασίσει ότι δεν μπορεί να δουλέψει εύκολα ούτε μακριά από τη χώρα του και ούτε στα αγγλικά, για να αλλάξει άποψη και να τοποθετήσει το φιλμ στην Ισπανία και στη μητρική του γλώσσα. Ο τίτλος άλλαξε από «Silencio» σε «Julieta» για να αποφευχθούν συγκρίσεις με το «Silence» του Μάρτιν Σκορσέζε που αναμένεται προσεχώς.

Με την «Julieta» ο Αλμοδόβαρ επιστρέφει και στην εξερεύνηση του γυναικείου ψυχισμού. Η Χουλιέτα είναι μια γυναίκα που ζει στη Μαδρίτη και ετοιμάζεται να φύγει για την Πορτογαλία μαζί με τον σύντροφό της. Όταν όμως συναντά μια παλιά φίλη της κόρης της, με την οποία είναι αποξενωμένη εδώ και χρόνια και μαθαίνει κάποια πράγματα για αυτήν, ανατρέχει σε κάποια τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος που κλόνισαν τη σχέση τους, ελπίζοντας αυτή τη φορά να επικοινωνήσει μαζί της.

Η Χουλιέτα ερμηνεύεται από δύο γυναίκες. Τη νεότερη εκδοχή της υποδύεται η Αντριάνα Ουγκάρτε, η οποία μοιάζει φτιαγμένη για ηρωίδα του Αλμοδόβαρ, ενώ τη γηραιότερη εκδοχή ερμηνεύει Έμα Σουάρεθ. Η στιγμή που η μία παραδίδει τη σκυτάλη στην άλλη είναι ίσως η πιο συγκλονιστική του φιλμ, με το κεντρικό τραύμα της ταινίας να είναι αυτό που γερνά την Χουλιέτα, αλλά και τα δύο κομμάτια λειτουργούν καλά με έναν ξεχωριστό τρόπο, με τις δύο ηθοποιούς να ακολουθούν διαφορετικά μοτίβα, αλλά να σε πείθουν ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο. Η Χουλιέτα της Ουγκάρτε είναι ζωηρή, δυναμική και γεμάτη ζωντάνια, μέχρι να συμβεί το τραγικό συμβάν που διαπνέει την υπόθεση και να πέσει στην ανυπαρξία μέσα στο ίδιο της το σώμα και να εξελιχθεί στην Χουλιέτα της Σουάρεθ, μια κατεστραμμένη συναισθηματικά γυναίκα που ζει μόνη της αναπολώντας το παρελθόν.

Η αλήθεια είναι πως η πλοκή θυμίζει αρκετά Αλμοδόβαρ και ειδικά μετά την επιστροφή στην Ισπανία που πραγματοποίησε, θαρρείς πως παίζει εντός έδρας. Αυτός όμως ίσως να είναι και ο λόγος που το φιλμ δεν μπορεί να απογειωθεί. Η ιστορία της Μονρό είναι δυνατή και δε χρειάζεται ιδιαίτερη αβάντα για να σε συγκλονίσει, η αφήγηση όμως γίνεται κάπως αποστασιοποιημένα και δεν μπαίνει βαθιά στα σημεία που πρέπει. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δε θα συγκινηθείτε και δε θα νιώσετε πράγματα, απλά είναι μια συγκίνηση με ημερομηνία λήξης και όχι κάτι που θα μείνει μαζί σας μετά την προβολή.

Τα χρώματα και τα σχήματα ξεχωρίζουν ακόμη και στον πιο αδαή με τη φιλμογραφία του Αλμοδόβαρ ότι φέρουν τη σφραγίδα του, με το φλογερό κόκκινο να υπάρχει παντού και να «μάχεται» με το μπλε της θάλασσας τη νύχτα που κυριεύει την ταινία καθώς αυτή προχωρά. Σίγουρα πρόκειται για την πιο φορμαλιστική δουλειά του σκηνοθέτη. Τα κάδρα είναι φανταστικά και σε αυτά περιλαμβάνονται τα φορέματα και τα χτενίσματα των πρωταγωνιστριών, μέχρι κάποιο βάζο που μπορεί να βρίσκεται πάνω σε ένα τραπέζι. Αν τρελαίνεστε για την εικονοποιία του Αλμοδόβαρ, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία στην «Julieta». Αυτή η έμφαση στη λεπτομέρεια λειτουργεί πάντως και ασφυκτικά.

Η εντύπωση που σου μένει είναι ότι ο Αλμοδόβαρ έχει τέτοιο έλεγχο πάνω στην ιστορία που δεν την αφήνει να κορυφωθεί. Το μυστήριο δεν προσφέρει κάποια ιδιαίτερη αγωνία αφού όλα μοιάζουν προβλέψιμα και έτσι όλη η ουσία βρίσκεται στην απεικόνιση των συναισθηματικών διακυμάνσεων. Και ακριβώς σε αυτή την ταινία που θα έπρεπε να βγει από τη ζώνη ασφαλείας του και να επιστρατεύσει λίγη από την ιδιαιτερότητα με την οποία έγινε γνωστός, ο Ισπανός παραδίδει την πιο βατή και «εύκολη» δουλειά του, σαν να βρίσκεται στον αυτόματο πιλότο.

Αν λατρεύετε με πάθος τον Αλμοδόβαρ ή αν αυτή είναι η πρώτη σας επαφή μαζί του, θα περάσετε ένα αξιόλογο 90λεπτο και δε θα νιώσετε πως χάσατε το χρόνο σας. Μετά την προβολή του φιλμ όμως θα αισθανθείτε πολύ πιο ανάλαφροι απ’ όσο θα έπρεπε σε σχέση με ό,τι είδατε, σαν να σας προσπέρασε και αυτό γιατί δεν υπάρχουν αυτές οι ρωγμές που θα σας επιτρέψουν να ταυτιστείτε με τον σπαραγμό της ηρωίδας. Βέβαια, ακόμη και ο «ασφαλής» Αλμοδόβαρ παραμένει μια καλή επιλογή για σινεμά, οπότε αυτή είναι μια βάση στην οποία αξίζει εν τέλει να μείνουμε

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ / [email protected]