Ροζίτα Σπινάσα, γιατί «Σπόροι για φύτεμα»;

sporoi-gia-futema
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Η συγγραφέας μάς συστήνει τα διηγήματα της συλλογής της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ και το POLIS art café σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων της Ροζίτας Σπινάσα

ΣΠΟΡΟΙ ΓΙΑ ΦΥΤΕΜΑ την Παρασκευή και 13 Δεκεμβρίου 2019, στις 8:00 μ.μ. στο POLIS art café

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Χίλντα Παπαδημητρίου, συγγραφέας-μεταφράστρια

Θεοδόσης Μίχος, δημοσιογράφος-συγγραφέας

POLIS Art Café, Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα

«Tα πέντε διηγήματα της καινούργιας μου συλλογής γεννήθηκαν με το δημιουργικό μπλέξιμο πραγματικών γεγονότων και μυθοπλασίας. Πρώτα δηλαδή έστησα την πλοκή, μέχρι να φτιάξω μια ιστορία που ένιωσα ότι αξίζει να ειπωθεί, και μετά ανακάλυψα τι ήταν αυτό που με έκανε να σκεφτώ τη συγκεκριμένη ιστορία κι όχι κάποια άλλη - ποιό είναι δηλαδή το νόημά της.

Το πρώτο λοιπόν διήγημα, με τίτλο Σπόροι για φύτεμα, που έδωσε το όνομά του και στη συλλογή, προέκυψε από το πάντρεμα δυο αληθινών συμβάντων: το πρώτο ήταν δυο γνωστές μου γυναίκες, που, ενώ έχασαν ξαφνικά τους συζύγους τους, αντί να καταρρακωθούν, απελευθερώθηκαν από έναν κακό γάμο και ξανάνιωσαν. Το δεύτερο ήταν κάτι που διάβασα στον τύπο,  αλλά δεν το αποκαλύπτω για να μην κάνω spoiler. Στην ουσία το διήγημα είναι μια ιστορία ενός νεκρού γάμου και το πώς η γυναίκα προσπαθεί να δραπετεύσει από αυτόν, βουτώντας όμως πιο βαθιά στο σκοτάδι.

Το δεύτερο διήγημα “Το τόπι” γεννήθηκε από μια κουβέντα που έγινε μια καλοκαιρινή βραδιά στην πλατεία ενός χωριού κοντά στη Ναύπακτο. Εκεί άκουσα για τη γιαγιά που έμενε κάτω από την πλατεία, και η οποία έσκαγε κάθε μπάλα που έπεφτε στην αυλή της για δεκαετίες! Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η εμμονή της αυτή, σε πείσμα των διαμαρτυριών και των καυγάδων, και μου κέντρισε το ενδιαφέρον να φτιάξω μια ιστορία που να δίνει μια πειστική εξήγηση. Έτσι κατέληξα να μιλήσω για τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, την απόγνωση της αποξένωσης του γονιού από το παιδί του και, τελικά, την αποδοχή και τη συμφιλίωση.

 Το τρίτο διήγημα με τίτλο “Βίλα Αμαλία” το σκέφτηκα όταν είδα στα δικαστήρια, πάνω στο γραφείο ενός φρουρού, ένα χαρτάκι με σημειωμένα τα ονόματα παλιών ροκ συγκροτημάτων. Τον φαντάστηκα, λοιπόν, να είναι ένας κρυφο-ροκάς που πήζει στην αστυνομική του στολή· η μια σκέψη έφερε την άλλη κι έτσι πλάστηκε ο Μηνάς, τον οποίο έστειλα ένα βράδυ να επισκεφτεί την κατάληψη της Βίλα Αμαλία, ψαρωμένος κι έκθαμβος. Η ιστορία αυτή μιλάει για την καταπίεση τού να κάνεις μια δουλειά που (πιστεύεις ότι) δεν ήταν δική σου επιλογή, τη μυθοποίηση που πλάθουμε στο μυαλό μας για ανθρώπους και καταστάσεις (και που μας κάνει να νιώθουμε οι ίδιοι άτυχοι και λίγοι) και την απομυθοποίησή τους –το γκρέμισμα των ειδώλων–, που πονάει κι απελευθερώνει την ίδια στιγμή. Eίναι το αγαπημένο μου διήγημα, γιατί με τον Μηνά μοιράστηκα το αίσθημα της επαγγελματικής ασφυξίας και γιατί σε αυτό κατέγραψα ωραία στιγμιότυπα από τα δικά μου νιάτα.

Το “Σκληρό χρήμα” γεννήθηκε μέσα από τους δικαστικούς φακέλους της δουλειάς μου και τα βιώματα από το χωριό του πατέρα μου (ειδικά τις αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις στην τοπική εφημερίδα για το οστεοφυλάκιο, που είχε καταλήξει κάτι σαν inside joke). Εδώ το κεντρικό θέμα είναι η αυτοδιάψευση: ο Νίκος, ο ήρωας της ιστορίας, φόρεσε τις ιδέες του σα ρούχο για να δώσει στον εαυτό του μια εικόνα, όμως στην πραγματικότητα δεν τις επέλεξε ως αξιακό σύστημα, αλλά ως πλατφόρμα εκτόνωσης των ψυχικών του παρορμήσεων. Έτσι, όταν η ζωή τον στρίμωξε στη γωνία, τότε ο ιδεολογικός του μανδύας έπεσε κενός νοήματος κι ο ψυχισμός του αποκαλύφθηκε γυμνός, σκοτεινά λαμπερός στην ωμότητα της ανθρώπινης φύσης.

Τέλος, η “Κούρσα” είναι μια διαφορετική, πιο ανάλαφρη ιστορία: μια ιστορία έρωτα κι απιστίας. Αυτό είναι το πιο βιωματικό από τα διηγήματα, όχι ως πλοκή, αλλά για το πώς ο γάμος και η μητρότητα μπορεί να ισοπεδώσει τη γυναικεία λίμπιντο. Ο γάμος είναι και πάλι νεκρός, όμως εδώ δεν υπάρχουν σπόροι για φύτεμα, μα φρούτα για φίλεμα: η γυναίκα αυτή τη φορά ακολουθεί τον δρόμο της επιθυμίας. Μου αρέσει που η συλλογή κλείνει με αυτόν τον τρόπο: την επιλογή της ευχαρίστησης, τη δίψα για ζωή».

Ροζίτα Σπινάσα

Το βιβλίο

 Η Βέτα, που προσπαθεί να αποτελειώσει τον γάμο της με νεκρούς καρπούς, η Μαρία, που σκάει τα τόπια των παιδιών για να εκδικηθεί, ο Μηνάς, που μπαίνει στη Βίλα Αμαλία για να βγει από τη ζωή του αστυνομικού έστω και για λίγο, ο Nίκος, που βιάστηκε να φτύσει το χρήμα κι όταν αυτό έπεσε στα χέρια του ήταν πολύ σκληρό για να το τσακίσει, η Εύα, που δάγκωσε το μήλο για να βγει από τον νεκρό γάμο της ξανά στη ζωή.

Ανθρώπινες, απρόσμενες σε πρώτη ανάγνωση διαδρομές που χαράζονται υπογείως, όσο οι σπόροι προηγούμενων γεγονότων και επιλογών, καλά κρυμμένοι στο χώμα, φυτρώνουν και απλώνουν τις ρίζες τους, για να θρέψουν τους μελλοντικούς τους καρπούς.

Η συγγραφέας

Η Ροζίτα Σπινάσα γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια της Αθήνας και της Κολωνίας κι εργάζεται ως δικηγόρος. Το 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο στόμαστομαστό, με την οποία η συγγραφέας ήταν υποψήφια για το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία του περιοδικού ο Αναγνώστης. Είναι αισιόδοξη γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.