Στους Δημήτρη Οικονόμου και Γιάννη Μακριδάκη το βραβείο πεζογραφίας από την «Κλεψύδρα»

brabeia-periodikou-klepsudra
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2021

Η κριτική επιτροπή του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα» ψήφισε και νικητές αναδείχθηκαν οι Δημήτρης Οικονόμου για το ιστορικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Οικονόμου Ο τελευταίος φύλακας (εκδόσεις Ίκαρος) και ο Γιάννης Μακριδάκης για το Ενάμισι δευτερόλεπτο φως (εκδόσεις Εστία).

Τα βιβλία που κέρδισαν τα βραβεία για φέτος. 

Ο τελευταίος φύλακας

Το 1906 ο Γιώργης Μπάκας, βαρκάρης στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα, ορκίζεται ελευθερωτής στους κόλπους της Ηπειρωτικής Εταιρείας. Αποστολή του, να μεταφέρει όπλα με σκοπό την προπαρασκευή της υπαίθρου για την απελευθέρωση.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο γιος του, Ανδρέας, δάσκαλος σε χωριό της Ηπείρου, οπλίζει το Μάνλιχερ και περιμένει τους Ιταλούς την ώρα που οι συμπολεμιστές του, σύμφωνα με το σχέδιο, εγκαταλείπουν την παραμεθόριο. Αποστολή του, να διασφαλίσει την υποχώρησή τους.
Το 1947 ο πρωτότοκος γιος του Ανδρέα οπλίζει κι αυτός το δικό του τουφέκι, ενώ η μητέρα του αναγκάζεται να στραφεί σε ξένα όπλα.
Όλοι καλούνται να ελευθερώσουν τη γη τους, να υπερασπιστούν το σπίτι τους, να τιμήσουν ή να προδώσουν τους όρκους τους. Τι είναι όμως αυτό βαθιά μέσα τους που τους οπλίζει;
Εμπνευσμένο από αληθινές ιστορίες και βασισμένο σε δεκάδες γραπτές μαρτυρίες, το μυθιστόρημα αυτό καταπιάνεται με την άγνωστη, τόσο ιστορικά όσο και λογοτεχνικά, δράση της Ηπειρωτικής Εταιρείας, στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά και με τις πρώτες δεκατέσσερις ημέρες της ιταλικής εισβολής του 1940 και την αντίσταση στο Καλπάκι, για να καταλήξει στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ενάμισι δευτερόλεπτο φως

Μόλις μπήκε στο αυλιδάκι ο Μάριος Τσόχος όμως, στάθηκε ακίνητος στη μέση του και κοίταξε έναν γύρο τον τόπο που μεγάλωσε και τον πέτρινο ψηλό μαντρότοιχο από την εσωτερική πλευρά· σαν περιτειχισμένο μικρό μοναστηράκι για να φυλάγεται από τους σκληρούς θαλασσινούς καιρούς ήταν του φάρου το συγκρότημα, έτσι το αναπολούσε όλα τα χρόνια που έλειπε· από την προηγούμενη όμως βραδιά, οπόταν άκουσε όλα αυτά τα τερατώδη πράγματα μέσα στο καφενείο του κυρ Σταύρου, άρχισε το φαρομονάστηρο, που είχε στη νότια άκρη του τού φαναριού τον πύργο, να αποκτάει εντός του άλλη υπόσταση και να ομοιάζει ο φάρος του φαλλός, ο οποίος με την παλμική αναλαμπή της κεφαλής του εξέπεμπε το μήνυμα ότι πάλλεται από πόθο κάθε νύχτα το ιδιότυπο αυτό ασκηταριό και όλο το νησί μαζί".
Αψηφώντας την πατρική κατάρα, ο δημοφιλής μετεωρολόγος Μάριος Τσόχος, γιος φαροφύλακα, επιστρέφει στη γενέτειρά του κινημένος από ερωτική ελπίδα. Έρχεται αντιμέτωπος με ένα άγνωστο, μιαρό παρελθόν και με την τοπική κοινωνία, που τον θεωρεί στιγματισμένο. Οι αναλαμπές του φόρου, στα έγκατα του οποίου περνάει μια κρίσιμη νύχτα, φωτίζουν διακεκομμένα την έως τώρα ύπαρξή του και τον αναγεννούν.
Πόσο σκοτάδι έσβησαν πόσες αναλαμπές. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)