Νίκος Δαββέτας: «Όταν συμφιλιώνεσαι με το τραυματικό παρελθόν σου στην ουσία ξαναγεννιέσαι»

nikos-dabettas Maria Banouta
ΤΕΤΑΡΤΗ, 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021

Ο δημιουργός του βιβλίου «Άνδρες χωρίς άνδρες» μας μιλά για το πρόσφατο έργο του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το μυθιστόρημα «Άνδρες χωρίς άνδρες» είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα μυθιστορήματα του τελευταίου καιρού. Χρονικά τοποθετημένη μετά την μεταπολίτευση, η ιστορία διαθέτει ως κεντρικό ήρωα έναν αφανή παρακρατικό ο οποίος, λίγο πριν τον θάνατό του, αποφασίζει να εξομολογηθεί στον μονάκριβο γιο του το μεγάλο μυστικό της ομοφυλοφιλίας του.

Ο Νίκος Δαββέτας συνθέτει με αριστουργηματικό τρόπο την προσπάθεια γεφύρωσης ενός χαώδους χάσματος δυο γενεών με τον γιο να ανασυνθέτει την ιστορία του πατέρα του υπό το πρίσμα της νέας, «βίαιης» γνώσης που διαθέτει πλέον για αυτόν. Παράλληλα, στα τριάντα εννέα ολιγοσέλιδα κεφάλαια ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την διαδρομή της Ελλάδας από τα μετεμφυλιακά χρόνια ως την οικονομική κρίση του 2011 αναδεικνύοντας τις πολλαπλές της παθογένειες. 

Μαζί του μιλήσαμε για τη θεματική του μυθιστορήματος, την αφορμή και τον απώτερο στόχο της συγγραφής του, τη σχέση λογοτεχνίας και ιστορίας, την αναπόφευκτη φθορά του ανθρώπου, την ανακούφιση που φέρνει ο έρωτας, την καταγωγή και τη συμφιλίωση. 

Πόσο και με ποιον τρόπο η πατρότητα καθόρισε τη θεματολογία αλλά και επηρέασε τη συγγραφή του «Άνδρες χωρίς άνδρες»;

Συνήθως η πατρότητα υφίσταται στην ένοχη συνείδησή μας ως αποτυχία, εκδηλώνεται ως τύψη για αυτά που δεν κατορθώσαμε να προσφέρουμε ή να μεταδώσουμε στα παιδιά μας, όμως τα παιδιά μπορούν να εισπράττουν αγάπη και θετική ενέργεια κι από γονείς που δεν είναι «τέλειοι». Στο μυθιστόρημά μου φιλοδοξώ να πάω ένα βήμα παραπέρα: ο κεντρικός ήρωας είναι παράδειγμα προς αποφυγή, παραβατικός, ακροδεξιός, ομοφυλόφιλος, αλλά κατορθώνει να μεταδώσει ένα συναίσθημα στο γιό του ικανό να τους ενώσει για πάντα. Η σχέση τους τελικά δεν κρίνεται από αυτά που τους χωρίζουν.

Maria Banouta
Τι σας ερέθισε στο αρχείο της Ασφάλειας που ανακαλύψατε και θελήσατε να αποτελέσει τη βάση του μυθιστορήματός σας;

Ουσιαστικά η ύπαρξη του αρχειακού υλικού είναι ένα συγγραφικό τρυκ. Το επικαλέστηκα ως απλή αφορμή, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησα ότι δίνει μια επίφαση «ιστορικότητας» στη μυθοπλασία, ένα βάθος ιστορικού χρόνου. Βεβαίως είναι και το θέμα του υλικού που βρήκα γιατί η απόταξη ενός συνεργάτη της ασφάλειας λόγω ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς, θα συμφωνήσετε, πως είναι κάτι σπάνιο και ερεθιστικό για έναν αφηγητή.

Το βιβλίο σας διαγράφει μια διαδρομή από την μετεμφυλιακή περίοδο και τη δικτατορία ως την μεταπολίτευση και αργότερα την οικονομική κρίση του 2010. Οι κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας αντιπαρατίθενται με έναν τρόπο με τις ανάλογες των ηρώων. Πώς καθόρισαν οι εκάστοτε κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις τα πρόσωπα των ιστοριών σας;

Θα σας έλεγα ότι ολόκληρη η πεζογραφία μου, και τα επτά βιβλία μου, κινούνται γύρω από αυτό το ερώτημα: Πώς οι κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές επηρεάζουν την προσωπική ζωή των ανθρώπων, ακόμη κι όταν αυτοί δεν έχουν καμμιά συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Για μένα, μετά το «Κόκκινο και το μαύρο» του Σταντάλ, αυτό το ερώτημα είναι και ο κεντρικός άξονας σε ένα μεγάλο τμήμα της παγκόσμιας μυθιστοριογραφίας.

Το άτομο που υφίσταται τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων χωρίς να πρωταγωνιστεί σε αυτά, έχει κάτι από την μοίρα των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, ξεφεύγει από το μανιχαϊστικό μελόδραμα και φτάνει στον πυρήνα της τραγικής σκέψης. Στη χώρα μας, όπου η μεταπολεμική ιστορία μας εργαλειοποιείται και διαστρέφεται ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση των υποκειμένων, η λογοτεχνική οπτική οφείλει να αποφορτίζει το «πολιτικό» και να αναδεικνύει το ανθρώπινο πρόσωπο, τον αγώνα της επιβίωσης, την πραγματική ζωή που μας προσπερνά χωρίς να λογαριάζει ποιος κυβερνά.

Άνδρες χωρίς άνδρες, άνδρες που αποκαλύπτονται, που εξομολογούνται, που αφαιρούν τα προσωπεία, που ξαναγράφουν την προσωπική τους ιστορία. Πόσο εύκολο είναι να ανιχνεύσει ο συγγραφέας την αληθινή εμπειρία πίσω από τα στερεότυπα, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας;

Αποφεύγεις τα στερεότυπα όταν σε οδηγεί το συγγραφικό ένστικτο. Η ιστορία που γράφεις θα είναι πρωτότυπη όσο περισσότερο βασίζεσαι στο χώρο του βιώματος και της εμπειρίας. Αν καταφεύγεις σε μια δανεική μνήμη, σε μια κοινή δεξαμενή συναισθημάτων, τότε αργά ή γρήγορα θα αφηγείσαι κοινότοπες μικροϊστορίες που ενδιαφέρουν μόνο την παρέα σου.

«Πάντα να βρίσκεις τον τρόπο να επιπλέεις, ωραίος σαν νούφαρο, δίχως καμιά ρίζα». Είναι οι ρίζες τροχοπέδη; Μπορεί η καταγωγή, η χώρα, η οικογένεια, το αίμα καταδότης, να εμποδίζουν την ελευθερία του ανθρώπου;

Στη χώρα μας χρησιμοποιούμε συχνά μια ερώτηση που είναι δίκοπο μαχαίρι: «Εσύ ποιανού είσαι;» Ζητάμε, δηλαδή, από τον συνομιλητή μας να μας αποκαλύψει την οικογένειά του, την καταγωγή του σαν να πρόκειται για έλεγχο διαβατηρίου. Μπορεί πολλοί άνθρωποι να είναι υπερήφανοι για τον γενέθλιο τόπο, τους γονείς, τους παππούδες τους κ.λπ. αυτή όμως η υπερηφάνεια δεν μπορεί να έχει ελεγκτικό χαρακτήρα για τους υπόλοιπους πολίτες. Υπό αυτή την έννοια, ναι είναι τροχοπέδη.

Ο πόθος, τα πάθη, το σώμα, το μεγαλείο αλλά και η φθορά του, είναι στοιχεία που φαίνεται να διατρέχουν το μυθιστόρημά σας και να αφορούν σε βάθος τους ήρωές σας. Είναι τα πάθη αντίδοτο της φθαρτότητας;

Ασφαλώς το ερωτικό πάθος είναι ένα αντίδοτο απέναντι στη φθορά και ίσως η μοναδική απάντηση απέναντι στο θάνατο. Ο έρωτας, η διαιώνιση του είδους, η σαρκική σχέση μας δίνουν μια ψευδαίσθηση αθανασίας, υπόσχονται μια υπέρβαση της φθοράς. Αν και το σώμα, όσο μεγαλώνουμε, ακολουθεί τη δική του –καθοδική- πορεία, εντούτοις θα έλεγα πως όταν ερωτευόμαστε, κατά κάποιο τρόπο, ανακουφίζεται από το βάρος της ύπαρξης. Γίνεται πιο ανάλαφρο. Γεγονός που το νιώθουμε σε κάθε μας κίνηση.

Ο κεντρικός σας ήρωας ξαναδιαβάζει την προσωπική του ιστορία προς τα πίσω, υπό το νέο πρίσμα μιας μεγάλης αλλά και άλλων μικρότερων αποκαλύψεων. Είναι η συμφιλίωση με το παρελθόν μια πράξη γενέθλια;

Όταν συμφιλιώνεσαι με το τραυματικό παρελθόν σου στην ουσία ξαναγεννιέσαι. Κάνεις μια νέα αρχή.

«Όταν γράφεις, δημιουργείς μια εναλλακτική πραγματικότητα, δραπετεύεις ή κρύβεσαι μες τις ζωές των ηρώων σου», αναφέρει ένας εκ των ηρώων σας. Για εσάς πώς λειτουργεί η γραφή;

Η πρώτη γραφή ενός έργου σίγουρα έχει πολλά στοιχεία ψυχολογικής αποφόρτισης, εκτόνωσης κ.λπ. Αρχίζει περίπου όπως το παιδικό παιχνίδι. Αναζητάς κάτι που θα σε αποσπάσει από τον κόσμο των «μεγάλων» και θα σου δώσει δημιουργική χαρά. Όταν όμως εισχωρεί στο «παιχνίδι» η λογοτεχνική πρόθεση τα πράγματα σοβαρεύουν. Πρέπει να χτίσεις μια εναλλακτική καθημερινότητα, να φανταστείς όσα δεν μπορεί να φανταστεί η επίσημη ιστορία, να πλάσεις ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν γεννηθεί δίπλα σου. Σε αυτό το σημείο η γραφή χάνει την αθωότητά της και γίνεται μοναχικό μαρτύριο! Σπαταλάς άπειρες ώρες, κατά μόνας, αναζητώντας μία λέξη, μια φράση, που θα σου λύσει τα χέρια και την έμπνευση.

Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;

Δεν σχεδιάζω τα βιβλία μου. Οι ιστορίες έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις.

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου
[email protected]