Γιάννης Ξανθούλης: Στα κάτεργα του καλοκαιριού

beautifulsealandscapesonzakynthosislandingreece
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022

Ζητήσαμε από αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς να μας αφηγηθούν ιστορίες για το Καλοκαίρι. Ο Γιάννης Ξανθούλης κάνει την αρχή.

ΣΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

…Το καλοκαίρι είναι μια ωραιότατη εποχή, αρκεί να είσαι μέδουσα ηλεκτροφόρα και να απολαμβάνεις την απελπισία όσων ηλεκτροδοτείς στις κατά τα άλλα καταγάλανες θάλασσες. Το καλοκαίρι είναι μια ωραιότατη λέξη με εύηχα σύμφωνα, αλλά και μια εποχή που δεν εξαντλείται με τίποτα, αν πρόκειται για ελληνικό καλοκαίρι.

Με συστηματική μελέτη κατέληξα πως το καλοκαίρι διαρκεί μέχρι του Αγίου Δημητρίου, δημιουργώντας το «μικρό καλοκαιράκι», που μπορεί να τραβήξει κι ως τα Εισόδια της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, οπότε παρεμβαίνουν τα προκαταρτικά του χειμώνα.

Ως συνετός αναγνώστης, γοητεύτηκα από το βιβλίο Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ, δηλαδή ένα καλοκαίρι κοντά στο καλοκαίρι που γεννήθηκα. Ζούσαμε με καλοκαιρινό κέφι τα δεινά του Εμφυλίου όταν γεννήθηκα, τον αρχαίο Αύγουστο του 1947.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γοητευόταν νεαρότατος από την περιθωριακή συγκίνηση του ρεμπέτικου, αλλά η αφεντιά μου αφομοίωνε τα τραγούδια της Στέλλας Γκρέκα, κυρίως το Γύρισε, σε περιμένω γύρισε, γιατί το ρήμα «γυρίζω» μου ήταν ιδιαίτερα γνωστό. «Γύρισε, παιδί μου, να σε αλλάξω», «γύρισε να αρπάξεις μια ένεση κοκτέιλ πενικιλίνης με στρεπτομυκίνη», «γύρισε ο μπαμπάς από τη δουλειά του», «γύρισε ο καιρός και θα πουντιάσουμε» κ.λπ.

Ευτυχώς σαν παιδί διέφυγα το έπος «πού θα πάμε διακοπές», γιατί απλούστατα τότε διακοπές είχε μόνο ο ηλεκτροφωτισμός. Λέγαμε «παραθερισμό» και εννοούσαμε πως θα πάμε να μας φάνε οι σκορπιοί και τα φίδια κάπου σε ένα πευκοδάσος για να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα και κυρίως για να μου ανοίξει η όρεξη. Ανήκα στη φυλή των ανάφαγων παιδιών – σπάνια ράτσα, μεταπολεμική. Αγνοώντας την ελεγειακή έως θανάτου πείνα της Κατοχής, αρνιόμουν να φάω. Με τιμωρούσαν με όλα τα βάρβαρα σωφρονιστικά μέσα, πλαισιωμένα με την επωδό «Κατοχή που σου χρειάζεται».

Αργότερα κατάλαβα πως ο σοβαρότερος κίνδυνος του παραθερισμού είναι να βρεθείς σε κατασκήνωση με εγερτήριο αχάραγα, προσευχή, τραγούδια με ήθος εμβατηρίων, παιχνίδια ομαδικά και φαγητά νοσοκομείου στο πιο αλμυρό. Γλίτωσα παρά τρίχα λόγω προβληματικών αμυγδαλών. Δυστυχώς το 1953 μου τις ξερίζωσαν, αλλά εγώ σε πείσμα της επιστήμης συνέχισα να παθαίνω «λαιμά».

Το καλοκαίρι έφερνε φυσικά κάποιες αλλαγές στη ρουτίνα, που τότε δεν γνώριζα τις συνέπειές της ούτε καν την ίδια τη λέξη, αν και με έβαζε σε σκέψεις όταν την άκουγα στα ρεφρέν των ελαφρότατων τραγουδιών.

Κατέφθαναν λοιπόν «καλοκαιρινοί φίλοι» από την πρωτεύουσα, από τη Θεσσαλονίκη και από άλλα μέρη που δεν υπήρχε θάλασσα ούτε για δείγμα. Από τους πρωτευουσιάνους μάθαινα πρόστυχες λέξεις κι ότι στην Αθήνα λένε «αμέ» και «χάμω». Από τους άλλους φρεσκότατες βρισιές. Νομίζω τότε άκουσα τη γριφώδη έκφραση «της μάνας σου ο κώλος», για να πέσει ατάκα η απάντηση «της δικιάς σου ο δικηγόρος»!!! Τι σχέση είχε ο «κώλος» με τον «δικηγόρο» δεν κατάλαβα.

Όμως το καλοκαίρι με έπιανε ένα είδος εργασιομανίας –προτού βρεθώ στα «γκουλάγκ» του γυμνασίου– και έβαζα μέσον να πάω «τσιράκι» σε μαγαζί. Κάτι σαν το παιδί του μαγαζιού που παραγγέλνει καφέδες και γκαζόζες. Σε καμιά καλοκαιρινή δουλειά δεν έμεινα πάνω από δέκα ημέρες. Τα Σάββατα μου έδιναν ένα χαρτζιλίκι, το μόνο καλό, για να πηγαίνω στους θερινούς κινηματογράφους που άλλαζαν έργο δυο φορές την εβδομάδα. Καλοκαίρι απόλαυσα το Μια ζωή την έχουμε του Τζαβέλλα, το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Ντασέν και το Λεωφορείον ο πόθος του Καζάν, που βαρέθηκα φριχτά λόγω ηλικίας.

Δεν άργησαν να φτάσουν τα μαρτυρικά καλοκαίρια της μέσης εκπαίδευσης. Χρόνο παρά χρόνο κατόρθωνα να μένω μετεξεταστέος. Δηλαδή φροντιστήριο και διάβασμα για να προαχθώ τον Σεπτέμβρη. Ενδιαμέσως μπάνια με την ευχή να με καταπιεί οποιοδήποτε σπλαχνικό κήτος για να γλιτώσω. Είχα κατά νου τον φουκαρά τον Ιωνά, που αργότερα έχασε τη λάμψη του από τη Φαύστα του Μποστ.

Έπειτα μεγάλωσα και δεν με χωρούσε ούτε η ξηρά ούτε η θάλασσα. Επέζησα από καύσωνες, πυρκαγιές, επιστρατεύσεις και ψαροκόκαλα. Αγόρασα ερκοντίσιον, απόκτησα ιώβεια υπομονή και πείσμα και –ω… τι δραματική σύμπτωση!– το πρώτο βιβλίο μου που διαβάστηκε αρκετά είχε τίτλο Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα.

Φινάλε: Επιζήσαμε ως άσπονδοι φίλοι κι εγώ και το καλοκαίρι.

Καλό καλοκαίρι λοιπόν… ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ

* Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.