3 μυθιστορήματα για το τριήμερο

muthistorimata-ekdoseis-patakis
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022

Από τις εκδόσεις Πατάκη.

Εσύ, η ζωώδης μηχανή
Η χρυσή Ελληνίδα
Ελένη Σικελιανός

H ιστορία της Χρυσής Ελληνίδας, της Ελένης Παπαμάρκου, που παντρεύτηκε πέντε φορές, έκανε τρία παιδιά, ήταν χορεύτρια μπουρλέσκ με το ψευδώνυμο Μελένα, το Κορίτσι Λεοπάρδαλη, αλλά και «η πιο σκληροτράχηλη γυναίκα που έφαγε σίδερο και μάσησε ατσάλι επί προσώπου γης».

Αντλώντας από την ιστορία και τη μνήμη, η Σικελιανός γράφει για τη γιαγιά της, έναν κρίκο μιας ευρύτερης οικογενειακής αλυσίδας, που περικλείει μορφινομανείς και ηρωινομανείς, πρόσφυγες, ρεμπέτες, αριστοκράτες από το Ιόνιο, μια από τις πλουσιότερες οικογένειες των Ηνωμένων Πολιτειών που εξάντλησε την περιουσία της επιχειρώντας να αναβιώσει το αρχαιοελληνικό θέατρο, Εβραίους από τη Λιθουανία, μουσικούς, γκαρσόνες, έναν ζωγράφο, αρκετούς ποιητές (έναν υποψήφιο για Νόμπελ), διακινητές οπίου και έναν νάνο (τον έναν από τους πέντε συζύγους της Ελένης).

Μετεωριζόμενη ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό, συνδυάζοντας το χρονικό με την ποίηση, το ντοκουμέντο και το δοκίμιο με τη μυθοπλαστική επινόηση, η Σικελιανός θέτει με αριστοτεχνικό τρόπο το ζήτημα της ταυτότητας όπως αναδύεται μέσα από την εμπειρία μιας γυναίκας ελληνικής καταγωγής, δεύτερης γενιάς μετανάστριας στην Αμερική.

Καθαρμοί
Αλέξανδρος Μ. Ασωνίτης

17 Ιουλίου 2011, χαράματα: Στα κατεχόμενα της Κύπρου βρίσκονται δολοφονημένα τα 94 παιδιά που είχαν απαχθεί δυο μέρες πριν.

17 Ιουλίου 2011, απόγευμα: Φορώντας ένα κατακόκκινο ματωμένο κουστούμι παραδίδεται ως αυτουργός των φόνων ο Βραζιλιάνος ιδιοκτήτης ξενοδοχείων Κάρλος Λόπεζ Εντίνιο Αλβάρο.

Τι σχέση έχει με την φρικιαστική αυτήν εκατόμβη ο νοσηλευόμενος του Δρομοκαΐτειου Διονύσης Ταλλανδιανός, ο Βήτα (όπως αυτοαποκαλείται), που περιπλανιέται στο όρος Αιγάλεω την Πρωτομαγιά του 2017;

Οι Καθαρμοί αφηγούνται την ιστορία του Διονύση Ταλλανδιανού, που 37 χρόνια μετά την εξολόθρευση της οικογένειάς του κατά την τούρκικη εισβολή το 1974 επιστρέφει στα κατεχόμενα με βραζιλιάνικο όνομα, αγοράζει ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο στην Κερύνεια και οργανώνει τους φόνους των παιδιών. Αλλά θύμα του είναι και ο νοσηλευόμενος του Δρομοκαΐτειου.

Οι Καθαρμοί αποτελούν το τελευταίο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας «Πένθος και έξαρση», που ο Αλέξανδρος Μ. Ασωνίτης έγραφε επί δέκα και πλέον χρόνια.

«ΤΤάφο! Εκδίκηση! Δειλέ!», οι φωνές γαντζώνονται στα βλέφαρά του, «ΤΤάφο! Εκδίκηση!», τον σπρώχνουν, τον πετάνε, τον ποδοπατάνε, «Εκδίκηση! Δειλέ!», σκοντάφτει, σηκώνεται, σκοντάφτει, τον κυνηγάνε... πού ’ν’ η πύλη του νεκροταφείου, πού ’ν’ το σπίτι της Κλαούντιας, ο Ατλαντικός, πού πέφτει η Ελλάδα, η Κύπρος, πού ’ναι λακκουβιασμένοι οι δικοί του...

...αλλά ο Βήτα, «γεια σου, Θοδωράκη!» φώναξε με πάθος, σαν να φώναζε στον εαυτό του που χόρευε ζεμπέκικο, και του ξέφυγε ένας λυγμός που απορροφήθηκε απ’ τα σπασίματα όταν ο τυφλός τραγουδιστής...

Το σμαραγδένιο βουνό
Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Ποτέ δε φαντάστηκα πως, τελειώνοντας το κάθε µου µυθιστόρηµα, τα πρόσωπα θα συνέχιζαν να υπάρχουν σε έναν δικό τους κόσµο, αόρατο και µαγικό, χωνεµένο µέσα στον υλικό κόσµο, θα συνέχιζαν να δουλεύουν, να σπρώχνουν τα µόρια της ύλης για να βρουν µια δική τους δικαιοσύνη.

Και όµως, έτσι έγινε.

Και ήρθαν όλα µαζί να µε βρουν.

Να µου ζητήσουν αυτό που τους στέρησα, είπαν, για να υπάρξει η δικαιοσύνη.

Όσο και αν φανεί παράλογο ή ακατανόητο, έτσι έγινε.

Μου έφεραν τις δικές τους ιστορίες, έτοιµες, αυτές που ολο­­κλήρωναν, είπαν, το µυθιστόρηµα, κι εγώ έπρεπε να τους δώσω άλλη µια φορά το αίµα µου – σαν να ζούσαν σε οµηρική ραψωδία.

Και αναρωτιέµαι µήπως αυτό που λέµε Ζωή και Χρόνο και Κτίση δεν είναι αφηρηµένες έννοιες αλλά οντότητες υπαρκτές και πέρα για πέρα πραγµατικές µέσα στις διαστάσεις του δικού τους χωροχρόνου, σε κόσµους παράλληλους ή επάλληλους. Σε κόσµους µαγικούς, ίσως, σµαραγδένιους.

Το Σµαραγδένιο Βουνό είναι όλα όσα δεν τόλµησα, όσα δεν µπόρεσα, όσα φοβήθηκα. Είναι το Ανεξήγητο και το Ακατανόητο, όπως το έζησα ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας τους αιώνες, να βρω κοµµάτια από τις περασµένες µου ζωές. Σαν να επιστρέφω στο σπίτι µου ύστερα από αιώνων οδοιπορία...

Όµως πού είναι το σπίτι µου;

 Μ. Λ. Π.

Ακριβώς σαν εσένα
Νικ Χόρνμπυ 

«Τα έχω µε τη γυναίκα της οποίας φυλάω τα παιδιά».

«Και γιατί ντρέπεσαι τόσο πολύ γι’ αυτό;»

«Δεν ντρέποµαι».

«Πόσων ετών είναι;» ρώτησε η µητέρα του.

«Δεν ξέρω».

«Πόσων ετών νοµίζεις ότι είναι;»

«Είναι λιγάκι αγενές αυτό».

«Είναι αγενές να υποθέσεις;» είπε η Γκρέις. «Χωρίς να είναι παρούσα;»

«Κοίτα. Αν έλεγα ότι είναι εξήντα δύο ενώ είναι τριάντα εννέα… θα ένιωθα, δεν ξέρω. Ότι την προδίδω».

«Νοµίζεις ότι µπορεί να κοιµάσαι µε µια γυναίκα εξήντα δύο ετών;» ρώτησε η Γκρέις.

«Αχ, Τζόζεφ» είπε η µητέρα του απελπισµένη.

«Δε νοµίζω ότι κοιµάται πράγµατι µε µια γυναίκα εξήντα δύο ετών» είπε η Γκρέις. «Νοµίζω απλώς ότι επινόησε µια γελοία δικαιολογία για να µη µας πει».

«Τοποθετώντας το µεγαλύτερο µέρος του βιβλίου στο 2016, ο Χόρνµπυ έχει στη διάθεσή του τον καταλύτη που έφερε στο φως το χάσµα στις τάξεις, στις φυλές, στις γενιές: το Brexit. Το βλέµµα του είναι τρυφερό και συγχωρετικό». The Guardian

Ένα συνηθισµένο σαββατιάτικο πρωινό σ’ ένα κρεοπωλείο στο Βόρειο Λονδίνο, η Λούσυ και ο Τζόζεφ συναντιούνται στον πάγκο, εκείνη απέξω, αυτός από µέσα. Η Λούσυ είναι καθηγήτρια και µητέρα δύο παιδιών, µε ένα παρελθόν που προσπαθεί να ξεχάσει· ο Τζόζεφ είναι φέρελπις ντιτζέι µε αβέβαιο µέλλον, στο οποίο ίσως πρέπει να αρχίσει να συγκεντρώνεται περισσότερο. Μπορεί να φυτρώσει σε τελείως διαφορετικό έδαφος ένας σπόρος καθοριστικής σηµασίας για τις ζωές τους;

Στο Ακριβώς σαν εσένα ο Νικ Χόρνµπυ στοχεύει στην καρδιά του τι σηµαίνει να ερωτεύεσαι παράτολµα το καλύτερο δυνατό άτοµο – κάποιον που µπορεί να µην είναι καθόλου σαν εσένα. Και το κάνει µε τρόπο έξοχα παρατηρητικό, τρυφερό και τροµακτικά διασκεδαστικό.