Μάνος Κοντολέων: «Εφηβικό καλοκαίρι»

boyonropeswingintheeveningonbeachchild
ΤΡΙΤΗ, 21 ΙΟΥΝΙΟΥ 2022

Ζητήσαμε από αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς να μας αφηγηθούν ιστορίες για το Καλοκαίρι και o Mάνος Κοντολέων θυμάται πως ήταν όμορφη!

Όμορφη… Έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ –αγόρι στο πρώτο κατώφλι της εφηβείας. Μα έτσι άκουγα να τη χαρακτηρίζουν και οι ενήλικες που δίπλα τους ζούσα.

Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν μελαχρινή.

Ναι, το χρώμα της επιδερμίδας της δεν το ξέχασε ο έφηβος που τότε το κοιτούσε. Σκουρόχρωμη σάρκα. Που σχεδόν χωρίς καμιά κάλυψη ενδύματος περνούσε μπροστά από τους άλλους λουόμενους. Με μπικίνι!

Μπικίνι των χρόνων αμέσως μετά τον πόλεμο! Αλήθεια πόσο τολμηρό σήμερα θα το θεωρούσε κανείς;

Κι άλλωστε δεν ήταν μόνο πως η Τιτίκα διέσχιζε την παραλία από τη μια άκρη ως την άλλη φορώντας ένα μπικίνι. Μα ήταν και πως κάθε μέρα το μπικίνι ήταν διαφορετικό.

Πλούσια;

Δεν ξέρω αν η ερώτηση αυτή είχε απασχολήσει τις εφηβικές ανησυχίες μου. Περισσότερο με ενδιέφερε να παρακολουθώ τα μεσημέρια της Κυριακής σε μια από τις δυο ταβέρνες, τον άντρα της Τιτίκας –ερχότανε πάντα σαββατόβραδο και έφευγε καθώς έπεφτε η θλίψη του κυριακάτικου απογεύματος.

Τα δυο παιδιά του ζευγαριού –δίδυμα διαφορετικού όμως φύλλου- κρεμόντουσαν από τα γόνατα του πατέρα τους κι αυτός ενώ έδειχνε πως κάθε τι που του ζητούσαν τους το έδινε –παγωτό ξυλάκι και τα τελευταία τεύχη του Μίκυ Μάους και των Κλασσικών Εικονογραφημένων- στην ουσία όλο του το σώμα ήταν γερμένο προς τη μεριά της Τιτίκας. Της γέμιζε με μπύρα το ποτήρι, της καθάριζε τα ψάρια, της έδινε με το πιρούνι του  μικρά, κατακόκκινα κομμάτια ντομάτας.

Τα κυριακάτικα πρωινά –η παραλία με περισσότερο κόσμο- η Τιτίκα δεν κατέβαινε να κολυμπήσει. Μόνος ο σύζυγος με τα δυο παιδιά.

Θυμάμαι πως σε κανένα δε μιλούσε –δεν είχε προλάβει ή μπορεί και να μην το ΄θελε, να πιάσει γνωριμίες.

Αλλά και κανείς δεν αποφάσιζε να τον πλησιάσει.

Ίσως -τώρα το σκέφτομαι- να αισθανόντουσαν οίκτο για τον στρουμπουλό άντρα με το χαλαρό στομάχι και την αρχή φαλάκρας. Οίκτο ή και ντροπή. Μπορεί και θυμό ή ακόμα και αποστροφή.

Γιατί όλοι στην παραλία γνωρίζανε το τι συνέβαινε όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας. Από Δευτέρα πρωί μέχρι απόγευμα Σαββάτου. Όλοι ξέρανε τον Γιώργο.

Ξανθός, αυτός, με σώμα που το θαυμάζαμε εμείς -μόνο εμείς;- τα εφηβάκια. Πρωταθλητής στην πεταλούδα ήταν κι έκανε τη θητεία του στο Λιμενικό.

Λόγω των μεταλλίων και των πολλών διακρίσεων στον υγρό το στίβο, η τοποθέτηση ήταν ευνοϊκή. Θητεία σε προάστιο της Αττικής.

Κι ο Γιώργος με τη ολόλευκη στολή του Λιμενικού διέσχιζε την παραλία, χαριεντιζότανε με εμάς τα πιτσιρίκια, χαμογελούσε στις μανούλες μας που με συγκρατημένο βλέμμα τον κοιτούσαν και μετά…

Μετά, όλοι περιμέναμε την ώρα που η Τιτίκα θα κατέβαινε με κάποιο νέο μπικίνι και εκεί στο μέσο ακριβώς του κόλπου, η σοκολατένια σάρκα της θα αφηνότανε στο γαλάζιο χάδι της ματιάς του Γιώργου.

Μια ολίγων δευτερολέπτων συνάντηση. Μα που θα είχε συνέχεια. Αλλού. Αργότερα.

Το πού ποτέ δεν μαθεύτηκε, μήτε νομίζω και κανείς το είχε ανακαλύψει.

Σημασία είχε πως για μισή ώρα -ίσως και παραπάνω- η Τιτίκα δεν φαινότανε, κι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί.

Μετά… Να τους και πάλι! Εκείνη, από τη μια πλευρά να πλησιάζει τα παιδιά της που φτιάχνανε το κάστρο τους στην άμμο, κι ο άλλος από την αντίθετη μεριά να συνεχίζει να χαμογελά σε όλους εμάς του πιτσιρικάδες.

Τον κοιτούσα για να ανακαλύψω πάνω στη στολή του ή πάνω στο δέρμα του ίχνη μιας πράξης που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον τρόπο κι εγώ να την εκτελώ, μα που ήξερα πως θα ήταν πράξη που όπου νάναι θα ερχότανε η ώρα κι η στιγμή να κυριαρχεί στο νου και στο όνειρό μου.

Κοιτούσα κι εκείνη και αναζητούσα να διακρίνω πάνω στο κορμί της αν υπήρχαν ίχνη –αμυχές, μώλωπες, ξηλωμένο σε καίριο σημείο το μπικίνι… Ποιος ξέρει τι ακόμα;… Ίχνη που θα έδειχναν το πέρασμα ένας αρσενικού από τις θηλυκές καμπύλες.

Δεν τα ανακάλυψα ποτέ.

Κι άλλωστε εκείνο το καλοκαίρι –όπως όλα – γρήγορα τέλειωσε.

Δεν ασχολούμαι με τον αθλητισμό –δεν έμαθα τις μελλοντικές νίκες του Γιώργου.

Και για τη μόνη Τιτίκα που μπορεί κάποιος να μου μιλήσει, είναι αυτή του Βίκτωρα Ουγκώ.

Η άλλη χάθηκε –μαζί με την ελεύθερη ακρογιαλιά της πρώτης, πρώτης εφηβεία μου.

Περιστασιακά –πλέον- τη θυμάμαι… Την Τιτίκα, εννοώ.

Τι να έγινε; -Όχι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αναρωτηθεί.

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι πεζογράφος. Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Τα περισσότερα από τα βιβλία του έχουν ως κέντρο τους βιώματα της παιδικής ηλικίας. Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο, για το εφηβικό μυθιστόρημα Μάσκα στο φεγγάρι (Εκδ. Πατάκη, 1997, Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας για παιδιά και για νέους) και για τα παραμύθια με πολύχρωμη εικονογράφηση Πολύτιμα δώρα (Εκδ. Πατάκη, 2009, Κρατικό Βραβείο παιδικής λογοτεχνίας) όπως και με πολλά άλλα βραβεία και διακρίσεις. Υπήρξε υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Το τελευταίο του βιβλίο από τις Εκδόσεις Πατάκη είναι το Ο άλλος.