Χαριτίνη Ξύδη: «Η ποίηση είναι σφαγή. Θέλει απόντες για να ζήσει»

xaritini
ΔΕΥΤΕΡΑ, 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026

Η ποιήτρια και συγγραφέας μιλά στην Χριστίνα Χρυσανθοπούλου για το βιβλίο της, «Κουταλάκια», τη μνήμη, τον έρωτα, τη μοναξιά της πόλης, τη μουσική που διατρέχει τη γραφή της και την ευθύνη του ποιητή απέναντι στη γλώσσα και στον αναγνώστη.

Η Χαριτίνη Ξύδη συμπληρώνει φέτος 21 χρόνια στη λογοτεχνία, με μια διαδρομή που εκτείνεται από το μυθιστόρημα και το διήγημα έως την ποίηση και την πρόζα. Στο νέο της βιβλίο, «Κουταλάκια», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος, η μνήμη, η πόλη, ο έρωτας και η παρατήρηση της καθημερινότητας συνθέτουν ένα σύμπαν όπου τα μικρά στιγμιότυπα αποκτούν το δικό τους υπαρξιακό βάρος. Με λόγο αιχμηρό και προσωπικό, η συγγραφέας μιλά για τη θέση του έρωτα στη σύγχρονη εποχή, τη σχέση της γραφής με την ψυχανάλυση και τη μουσική, την εξέλιξη της ποιητικής της φωνής, αλλά και την ανάγκη η ποίηση να παραμένει μια πράξη αφοσίωσης και ευθύνης.

Τι σημαίνει ο τίτλος «Τα Κουταλάκια» για εσάς;

Θα απαντήσω με τα λόγια της φίλης, ποιήτριας Κατερίνας Λιάτζουρα, που έπιασε τόσο ευθέως και σε βάθος τον σφυγμό και τον πυρήνα του βιβλίου, λέγοντας πως «το κουταλάκι παραμένει αντικείμενο της λαϊκής κουλτούρας και ταυτόχρονα μετατρέπεται σε ποιητικό όργανο μέτρησης της ύπαρξης. Η υλικότητά του παραπέμπει στη χειροπιαστή διάσταση της ζωής, ενώ η επανάληψη της χρήσης του υπαινίσσεται τη διάρκεια, τη μνήμη και τη σιωπηλή καταγραφή του χρόνου». Ενισχύοντας την προηγούμενη διάσταση, παραπέμπω στην αντιστοίχιση με τον στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ: «μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ».

Ποιο είναι το κεντρικό συναίσθημα ή η βασική αφήγηση που διατρέχει το νέο βιβλίο;

Η μνήμη, η πόλη, ο έρωτας, τα μικρά ή μεγαλύτερα στιγμιότυπα της αστικής καθημερινότητας και η σε βάθος, κάποτε, παρατήρησή τους λειτουργούν συμπαράλληλα στο βιβλίο και μοιράζονται εξίσου το κέντρο βάρους και τις ευθύνες που φέρει.

Επειδή, πολλές φορές, σε ένα ανάγνωσμα ή σε ένα έργο που εμπίπτει σε μία από τις τέχνες ανατίθεται ένας «μεσσιανικός» ρόλος. Και ακόμη συχνότερα η σωτήρια επέμβασή του είναι πράγματι ευεργετική σε διάφορα πεδία. Τότε τα πράγματα παίρνουν ανέλπιστα ωραίους δρόμους. Ανάγκη αδήριτη, διότι ο εφιαλτικός πανικός που σκιάζει τις ζωές μας εσχάτως μάς κρατά δέσμιούς του, ενίοτε και αναπόδραστα.

Η μνήμη, λοιπόν, γιατί βρίσκεται πάνω από όλα τα ληξιαρχεία. Η πόλη, γιατί η περιδιάβασή της γίνεται το ύφος, το ύψος και η περηφάνια των γραπτών μας, μέσα στην πληθωρική της ακμή και παρακμή. Ο έρωτας, διότι είναι η πιο κρουστή μας δύναμη, η οποία μπορεί να μετακινήσει όρη, και η παρατήρηση —εσωτερική και εξωτερική—, με την οποία επίσης διατηρώ ιδιαίτερο και άρρηκτο δεσμό από παιδί.

Αυτές οι τέσσερις ποιότητες, λοιπόν, είναι, εν προκειμένω, αλλά και θα συνεχίσουν να είναι, οι κλειδοκράτορες της γραφής μου.

Στο έργο σας κυριαρχούν ο έρωτας, η απώλεια, η αστική μοναξιά και η ύπαρξη. Αυτά τα θέματα γίνονται πιο βαθιά ή πιο ώριμα με τα χρόνια;

Ο έρωτας σήμερα έχει περιέλθει σε κατάσταση θριάμβου της αφασίας του. Δεν έχει να προασπίσει τίποτε, επειδή η εποχή είναι το μεγάλο τίποτε. Καταλαβαίνω την αμηχανία των ανασφαλών να ερωτευθούν, να δοθούν, να πάρουν μεγάλα ρίσκα, να σπάσουν τα μούτρα τους, να «προσκρούσουν, επισφαλείς, εις τα κυρίως», όπως έγραψε η Νατάσα Χατζιδάκι, αλλά δεν τη συμμερίζομαι, επειδή νιώθω δυνατή, αν και άοπλη, για να αναδεχθώ και τις ήττες και τις χασούρες και τα στραπάτσα της ζωής, των επιλογών μου, των λαθών και των παθών μου.

Αλλά μου φαίνεται τόσο αστείο όσο και καθέτως ανώριμο να μην είσαι σε θέση να αναλάβεις την ευθύνη των αισθημάτων σου· ακόμη χυδαιότερα, να τα αρνείσαι, να προσποιείσαι πως δεν συμβαίνουν και να τα φοβάσαι. Δηλαδή, ο έρωτας είναι μια υπόθεση χαμένη εκ των προτέρων στους καιρούς μας. Σχεδόν διώκεται, δεν έχει θιασώτες παρά μόνο πολέμιους. Το δεύτερο κακό είναι οι μίζερες και γλυκανάλατες καρικατούρες του. Έρωτας είναι να το λέει η καρδιά σου, να είσαι γενναίος, από επιλογή. Παντού. Σε όλα. Και στην ποίηση.

Η απώλεια και η αστική μοναξιά, που δεν είμαι σίγουρη πως διαχωρίζεται από τη γενικότερη, είναι μέσα στους βασικούς κανόνες, ας το πω έτσι, της ύπαρξης και του αδιαφιλονίκητου τοπίου της, που δεν ακυρώνεται σε καμία από τις δύο άνωθεν συνθήκες: την απώλεια και τη μοναξιά. Η οποία διατηρεί τους δικούς της υποκείμενους νόμους. Το πάθος είναι πολύτροπο και διαφέρει στον καθένα μας. Θέλω να πω, με δύο λόγια, αλλιώς θα διαχειριστώ εγώ τη μοναξιά, αλλιώς ο διπλανός μου, ενδεχομένως, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και μοναξιές πανομοιότυπες.

Πώς λειτουργούν ο ψυχοκεντρισμός και η ψυχανάλυση μέσα στην ποίησή σας; Επηρεάζουν τον τρόπο που γράφετε ή κυρίως τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε και επεξεργάζεστε τα βιώματα;

Σαφώς και απαρέγκλιτα. Είναι ο τρόπος μου να απογράφω τα πολύ σημαντικά εμβαδά της ζωής, που αποκτούν το τέλειο βάθος τους ή την τέλεια κορύφωση, όταν ψυχαναλύονται, υπερασπιζόμενα με αυτόν τον τρόπο κάθε λέξη, κάθε φθόγγο, κάθε ρήμα, καθώς και την παρηγοριά και τη σωτηρία που φέρει το καθένα ξεχωριστά ή και συνολικά, ως γραφή.

Η μουσική —λαϊκό τραγούδι, μπλουζ, αλλά και κλασική— είναι πάντα παρούσα στο έργο σας. Πόσο καθοριστική είναι για τη γραφή σας; Γράφετε πρώτα τους στίχους ή ακούτε πρώτα τη μελωδία μέσα στο μυαλό σας;

Εγώ δεν γράφω μουσική. Μπορεί, όμως, στα γραπτά μου να υπάρχει ένα είδος μουσικότητας, υπό την έννοια του εσωτερικού τους ρυθμού και της μελωδίας, που πάντοτε, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, λαμβάνω υπ’ όψιν, καθώς, θα έλεγα, παίζει ένα ραδιοφωνάκι μέγιστα λαϊκά και μπλουζ, όπως και άριες, επί 24ώρου βάσεως, μέσα στο μυαλό μου.

Η μουσική έρχεται άλλοτε ως αεράκι, κύμα ή αναστεναγμός και έτσι οδηγεί, τρόπον τινά, και τη γραφή. Άλλοτε τη μεθά και τη ζαλίζει, άλλοτε τη διαμορφώνει και μπορεί κάποτε να την «εποποιεί». Επομένως, ναι, η μουσική είναι η γραπτή ενσάρκωση του έργου μου και της ιστορίας που έχει να αφηγηθεί.

Από τα «Λαϊκά & Μπλουζ» μέχρι τα «Κουταλάκια», έχουν περάσει πολλά χρόνια και πολλά βιβλία. Πώς βλέπετε την εξέλιξη της ποιητικής σας φωνής όλα αυτά τα χρόνια;

Καταρχάς, δεν είναι τα «Λαϊκά & Μπλουζ» το πρώτο μου βιβλίο. Μετρώ εφέτος είκοσι ένα ολόκληρα χρόνια στην έντυπη λογοτεχνία, καθώς το πρώτο μου μυθιστόρημα, «C-Minor, ένα αιρετικό ρομάντζο», κυκλοφόρησε το 2005 από τις Εκδόσεις Ιωλκός.

Ακολούθησε μια ποιητική τριλογία από τις Εκδόσεις Κώδικας (2007), η συνέχεια της θρυλικής «Διαγωνίου» της Θεσσαλονίκης, του σπουδαίου ποιητή Νίκου Γεωργιάδη, που τον διδασκόμαστε στα ΚΝΛ, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, ο οποίος πλέον δεν βρίσκεται εν ζωή, όπως και οι εκδόσεις δεν υφίστανται. Κατόπιν, το 2008, εξέδωσα την ποιητική ενότητα «Τα όνειρα καπνίζουν» από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, που επίσης έχουν κλείσει. Ακολούθησαν τα «Τακούνια καίγονται στο φούρνο», από την Άνεμος Εκδοτική, το 2011, και τα «Ενοικιαζόμενα», μικρά πεζά, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, το 2015.

Το τελευταίο είναι βιβλίο πολύ σημαντικό για τη διαδρομή μου, καθώς εκεί συνέβη στη γλώσσα της γραφής μου η πρώτη μεγάλη της στροφή προς τον προφορικότερο, τον καθημερινό, τον πιο λαϊκότροπο λόγο. Διατήρησε, σε σημεία, ένα ημίαιμο υβριδιακό ύφος, μεταξύ της παλαιάς και πιο «λόγιας» γραφής και της σημερινής, που διαρκώς εξελίσσεται.

Το 2018, τρία χρόνια μετά τη στροφή αυτή, έρχονται τα «Λαϊκά & Μπλουζ», η πρώτη μου συνεργασία με τις Εκδόσεις Μετρονόμος. Εκεί η σημερινή, λαϊκότροπη γραφή μου εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, πιο εμφανείς επιρροές από τα βιώματά μου και με την αλληλεπίδραση τεχνών με τις οποίες έχω έρθει πολύ κοντά, όπως η μουσική, την οποία προαναφέραμε, ο κινηματογράφος και η εικαστική τέχνη. Έπειτα, ο κόσμος της νύχτας, τα μπαρ, τα σκυλάδικα, τα λαϊκά κέντρα, η αστική κουλτούρα και η Αθήνα, πρώτιστα, και οι συμπεριλήψεις της.

Η ποιητική φωνή μου, επομένως, ακολουθεί τη διαδρομή της γλώσσας που επέλεξα να χρησιμοποιώ, αλλά είναι και πιο πολύ εγώ. Διαμορφώνεται σύμφωνα με τις τωρινές μου εμπειρίες, παράλληλα δε με εκείνες του παρελθόντος, όπως τις παρέθεσα στην προηγούμενη παράγραφο.

Σε μια εποχή που η ποίηση φαίνεται να έχει μικρότερη απήχηση σε σχέση με το παρελθόν, τι πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει στον σημερινό αναγνώστη;

Θα μου επιτρέψετε να μιλήσω για τη σημερινή πραγματικότητα, την ποίηση που γνωρίζω εγώ, και από την πλευρά της γράφουσας, αλλά κυρίως από την πλευρά της αναγνώστριας. Και έπειτα, ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Οι σύγχρονες γραφές πάσχουν από έμπνευση, πρωτοτυπία, από αέρα, οξυγόνο και φως. Χειρότερα, πάσχουν από έλλειψη οδύνης. Της οδύνης των προσώπων τους. Γνωρίζω καλά πόσο οξύμωρο ακούγεται. Αυτά τα αντιθετικά σχήματα δεν καθίστανται ικανά να αποκρούσουν την αλήθεια.

Άνευρες, άοσμες και άγευστες, αποκεφαλισμένες, δίχως τα ερείσματα της γλώσσας, δίχως καν τη στοιχειώδη γνώση της, δίχως ψυχικό και ηθικό φορτίο, οι «γραφές» αυτές γλιστρούν λίγο-λίγο στην επιφάνεια του δοσμένου, του αλλοιωμένου, του διαβρωμένου, του αγοραίου· γραφές δίχως συνείδηση, γράφοντες οι οποίοι μπερδεύουν την αυθορμησία με την προχειρότητα, το «πρίμα βίστα», που λέγαμε κάποτε, με μια αδιανόητη σπουδή να τις παρουσιάσουν στα ΜΚΔ για να λάβουν την ταχεία —εν προκειμένω, άμεση— ανταπόκριση, την αποδοχή από ένα κοινό εξ ορισμού αποπροσανατολισμένο και ζαλισμένο. Εάν σε αυτό το κοινό συνεχίζουμε να σερβίρουμε ετοιμοπαράδοτες, στο πιάτο, τέτοιες γραφές-καρικατούρες.

Από την άλλη μεριά, οι αληθινοί λογοτέχνες διαβιούν —για να μην πω επιβιώνουν— ως απόβλητοι, απόκληροι, παρίες και ως οι κυνηγημένοι μιας λογοτεχνικής εποχής, η οποία νοσεί ανηκέστως και ολέθρια.

Η ποίηση θέλει μόχθο, συγκέντρωση, εγρήγορση, πάθος, πειθαρχία και αυτοπειθαρχία, αφοσίωση και ήθος. Ή τίθεσαι, ισοβίως, στην υπηρεσία της ή παραιτείσαι δια παντός από αυτή. Αλλά, για να το πράξεις αυτό, πρέπει να είσαι έντιμος απέναντι στον εαυτό σου και τους αναγνώστες. Αλλιώς, η γραφή γίνεται φαύλη. Και εσύ αποδεικνύεσαι ένας σκέτος νάρκισσος.

Η ποίηση είναι σφαγή — θέλει απόντες για να ζήσει. Η καταγωγή του ποιήματος είναι βάρβαρη. Γράφω σημαίνει χρειάζεται να «πεθάνω» για το ποίημα. Μερικοί γράφουν ποίηση με μαύρο επικάλυμμα, από τη θέση του ισχυρού, νομίζοντας πως όλα τους ανήκουν. Πενθώντας δικές τους ευαισθησίες μέσα από το βλέμμα των άλλων.

Η ποίηση, τέλος, δεν είναι θέμα αντανακλαστικών. Ούτε κατά περίστασιν είναι. Είναι τρόπος ζωής και ο μόνος που απέμεινε στους πραγματικούς ποιητές να μάχονται για ένα καλύτερο μέλλον.

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης αφού κλείσει τις σελίδες των «Κουταλακιών»;

Δεν θα δέσμευα ποτέ κανέναν αναγνώστη μου, για να προοικονομήσω τη δικαίωση και την ικανοποίηση των δικών μου επιθυμιών. Αυτό το δικαίωμα συντηρώ για τον εαυτό μου. Διαβάζοντας, αυτή την ίδια ελευθερία διαφυλάττω και προασπίζω και για τους αναγνώστες μου. Ας κρατήσουν, λοιπόν, ό,τι τους κάνει κέφι, ό,τι τους δίνει χαρά και συγκίνηση.

Η Χαριτίνη Ξύδη γεννήθηκε στον Βόλο και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία και στο παρελθόν συμμετείχε σε ανασκαφικές αποστολές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2005 με το μυθιστόρημα «C-Minor, Ένα Αιρετικό Ρομάντζο» (Εκδόσεις Ιωλκός). Το 2007 κυκλοφόρησαν οι ποιητικές ενότητες «Το Ράμφος», «Η ερωμένη (απολεσθέντων θαυμάτων)» και «Οι τρομπέτες του Οκτώβρη» από τις Εκδόσεις Κώδικας. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, τρία ποιήματά της διακρίθηκαν με έπαινο από την Ένωση Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης, στο Η΄ Φεστιβάλ Ποίησης Θεσσαλονίκης, και περιλήφθηκαν στη συλλογή «Τα όνειρα καπνίζουν» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2008). Το 2007 τιμήθηκε επίσης με το Α΄ Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών για τη νουβέλα της «Η Ίρμα των δαιμονίων», η οποία παραμένει ανέκδοτη. Τον Ιανουάριο του 2008 έλαβε Α΄ Έπαινο από την Ένωση Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης, στο 9ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ποίησης Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησαν τα βιβλία «Τακούνια καίγονται στο φούρνο» (ποιήματα, Άνεμος Εκδοτική, 2011), «Φώσφορος» (διήγημα, Εκδόσεις Black Duck, συλλεκτική έκδοση περιορισμένου αριθμού αντιτύπων, 2012), «Ενοικιαζόμενα» (διηγήματα πολύ μικρής φόρμας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015), «Λαϊκά & Μπλουζ» (ποιήματα, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2018), «Λιτλ Μπόι» (ποιήματα και πρόζα, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2019), «Το Χρονικό της Λίμνης» (διήγημα, ειδική έκδοση από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων, Μάρτιος 2019), «Πορνογραφία» (μυθιστόρημα/πορνογράφημα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Δεκέμβριος 2021), «Τα τραίνα της οδού Ντολορόσα» (ποίηση, Εκδόσεις Οδός Πανός, Οκτώβριος 2022), «Σινέ Ρόζα, Το σινεμά Τριαντάφυλλο» (Εκδόσεις Οδός Πανός, Νοέμβριος 2024), «Θηρία Ανήμερα» (διηγήματα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σεπτέμβριος 2024) και «Κουταλάκια» (ολιγόστιχα ποιήματα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Δεκέμβριος 2025).

Αρθρογραφεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά και μουσικά περιοδικά, ενώ ποιήματα και κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Έχει διακριθεί πολλές φορές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Απρίλιο του 2021 υπήρξε μουσική παραγωγός στο ραδιόφωνο του Αμάγκι, παρουσιάζοντας κάθε Τετάρτη τη ζωντανή εκπομπή Fish & Mr Hiroshima, με αφιερώματα στο λαϊκό τραγούδι και στους δημιουργούς του. Σήμερα εργάζεται στο Πρωτοδικείο Αθηνών και παράλληλα ασχολείται με την επιμέλεια εκδόσεων.