Διαβάσαμε τα "Λουκούμια" του Γιαν Βόλκερς

loukoumia
ΤΡΙΤΗ, 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2015

Το χρονικό ενός παράφορου έρωτα όπως το αφηγείται μετά το τέλος, ο ένας εκ των δυο εραστών. Μια ιστορία αγάπης και εγκατάλειψης από τις εκδόσεις Ποταμός.

Τα Λουκούμια είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται γρήγορα, όχι γιατί του λείπουν τα πυκνά νοήματα, αλλά γιατί θες δε θες ακολουθείς τoν καταιγιστικό ειρμό των σκέψεων και τον χείμαρρο των συναισθημάτων του ήρωα. Και ο ήρωας (που είναι και ο αφηγητής) βρίσκεται σε παροξυσμό, έρμαιο της οδύνης που ακολουθεί πάντα την βίαιη διακοπή ενός μεγαλειώδους έρωτα. Το συναίσθημα δεν παύει, και ο προδομένος, σαν ακέφαλο σώμα τεμαχισμένης σαύρας, συνεχίζει να σπαρταρά αναζητώντας το άλλο του μισό...

Πρόκειται για μια ιστορία έρωτα και πάθους, αγάπης και προδοσίας ανάμεσα στον Έρικ και την Όλγα. Στην αρχή ίσως ξενίσει κάποιους ο άγριος, σχεδόν πορνογραφικός λόγος του συγγραφέα, όμως στην πορεία των σελίδων καταλαβαίνεις πως δεν είναι παρά ένα εργαλείο του δημιουργού για να αποδώσει ρεαλιστικά τον ψυχικό πόνο του εγκαταλειμμένου. Η αντίδραση είναι ανάλογη του πάθους που βιώθηκε και που τώρα φεύγει -κατά τα φαινόμενα- ανεπιστρεπτί. Τα συμπτώματα σχεδόν τυπικά: θυμός, οργή, απόδοση ευθυνών («αυτή η βρομοσκρόφα η μάνα της φταίει»), ασιτία, αϋπνία, αναπόληση, νοσταλγία, άρνηση και φυσικά παυσίλυπη υπερσεξουαλικότητα.

Το "Λουκούμια" μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τεράστια επιτυχία. 

«Σε όλες αυτές τις γκόμενες που η τύχη είχε φέρει στο κρεβάτι μου απ΄όλα τα σημεία του ορίζοντα έβρισκα μονάχα ένα μικρό κομματάκι απ΄αυτήν που ποθούσα τόσο σφόδρα, που λαχταρούσα σαν τρελός. Η μια είχε τα μάτια της, (σχεδόν, φυσικά, αλλιώς αυτό θα ήταν ήδη αρκετό), η άλλη είχε τους γλουτούς της, τη φωνή της, τον αφαλό της, τους γοφούς της, ήταν γεμάτη φακίδες σαν την άσφαλτο της Πέμπτης Λεωφόρου στη Νέα Υόρκη μετά από μια παρέλαση κομφετί όπως το κοκκινομάλικο μωρό μου. Αλλά ακόμη κι αν είχε δημιουργήσει χαρέμι με όλα αυτά τα κομματάκια και τμηματάκια της Όλγας, δεν θα μπορούσα να είχα συναρμολογήσει ολόκληρη της μορφή της απ’ αυτό το παζλ».

Ο Έρικ είναι γλύπτης και ζει μια μποέμικη ζωή. Γνωρίζει την Όλγα όταν εκείνη ανταποκρίνεται στο οτοστόπ του. Η έλξη είναι ακαριαία, η σεξουαλική χημεία υπερβατική, σχεδόν καταστροφική, όπως προειδοποιεί τον αναγνώστη ο συγγραφέας βάζοντας τους εραστές να βιώνουν ένα παρολίγον μοιραίο ατύχημα στην αρχή της γνωριμίας τους. Παρόλα αυτά επιζούν, συζούν και παντρεύονται. Όλα καλά μέχρι που η Όλγα, ενδεχομένως ακολουθώντας τις συμβουλές της μητέρας της για μια άνετη ζωή στο πλάι κάποιου οικονομικά καταξιωμένου, φλερτάρει με έναν άλλο. Ο Έρικ αντιδρά με τον τρόπο που ο χαρακτήρας αλλά και η εμμονή του για την αγαπημένη του τού υπαγορεύουν και η κατάρρευση ξεκινά…

Την ταινία είδαν 3,328,804 Ολλανδοί, περίπου το 27% του πληθυσμού της χώρας. 

«…Και εκείνη ανταπέδιδε το φλερτ. Γαμώ το κερατό μου! Το αισθανόμουν. Το έβλεπα. Είχα την αίσθηση ότι χαϊδεύονταν κάτω από το τραπέζι με τα πόδια τους. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν και μπουκιά δεν κατέβαινε πια. Ένιωσα μέσα μου να φουντώνει η παρόρμηση να τραβήξω απότομα το τραπεζομάντιλο και να κάνω λίμπα το γιορτινό τραπέζι. Ήταν λες και η Όλγα αισθάνθηκε τι γινόταν μέσα στο σώμα μου. Χωρίς να πει κουβέντα ή να τολμήσει να με κοιτάξει σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Λίγο αργότερα την ακολούθησε κι αυτός».

Το βιβλίο που γράφτηκε από τον Γιαν Βόλκερς, έναν από τους κορυφαίους λογοτέχνες της μεταπολεμικής Ολλανδίας, εκδόθηκε το 1969, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 1973 έγινε ταινία. Έμπνευση για τη συγγραφή του υπήρξε η θυελλώδης σχέση του συγγραφέα με τη δεύτερη γυναίκα του, Ανεμαρί Ναούτα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

Χριστίνα Χρυσανθοπούλου
[email protected]