Γιώργης Χριστοδούλου: «Μερικοί άνθρωποι γίνονται εκούσια ή ακούσια η πυξίδα μας και πάντα μας δείχνουν τον δρόμο»

xristodoyloy
ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Ο Γιώργης Χριστοδούλου εγκαινιάζει στις 19 Ιουνίου το μουσικό πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου με μελωδίες του Αττίκ. Με αφορμή αυτό, τον συναντήσαμε και κάναμε μια κουβέντα εφ' όλης της ύλης.

Αν δεν γνωρίζεις την ημερομηνία γέννησής του και δεις το βιογραφικό του, εύκολα θα σκεφτείς πως πρόκειται για έναν ώριμο -ηλικιακά- καλλιτέχνη. Ο Γιώργης Χριστοδούλου, ο flâneur που γνωρίσαμε το 2003 από τις μπόσα νόβα διασκευές του σε γνωστά ελληνικά τραγούδια (με χαρακτηριστικό το Όλα τα Λεφτά της Άννας Βίσση) μετρά ήδη 18 χρόνια προϋπηρεσίας στη μουσική και το θέατρο (όπου συμμετέχει συνθέτοντας ή/και τραγουδώντας), έχει κυκλοφορήσει καμιά δεκαριά δίσκους (solo και συνεργασίες, συλλογές και διασκευές), έχει δουλέψει πλάι στα είδωλά του (όπως η Αρλέτα), έχει περιοδεύσει ανά την Ευρώπη κι έχει δημιουργήσει έναν μεγάλο κύκλο φίλων και συνεργατών απ' όλο τον κόσμο. Το τελευταίο προέκυψε αναπόφευκτα, καθώς ο «περιπλανητής» Γιώργης έχει μοιράσει τα τελευταία χρόνια τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Βαρκελώνης, μετουσιώνοντας τις ετερόκλητες εικόνες του, πού αλλού, στη μουσική του.

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια και μεγαλωμένος σε ένα σπίτι με θέα το Ηρώδειο από μια γιαγιά που έπαιζε πιάνο και βιολί, η καλλιτεχνική του πορεία ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένη από νωρίς. Έχοντας «εκπαιδεύσει το αυτί του» σε ήχους κλασικούς, που απονέουν την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, η δουλειά του πάτησε εξαρχής σε ρετρό μονοπάτια. Swing, jazz, latin και καντάδες στοιχειοθετούν το μουσικό σύμπαν του Γιώργη Χριστοδούλου που μας ταξιδεύει σε κάθε του άκουσμα.

Τελευταίο του πόνημα αποτελεί το "Attic à Paris", μια διετής έρευνα στα αδισκογράφητα, χαμένα έργα του αγαπημένου του Αττίκ από την περίοδο που έζησε και μεγαλούργησε στο Παρίσι. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας θα παρουσιάσει στο κτίριο της Πειραιώς 260, εγκαινιάζοντας τις μουσικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου 2016. Με αφορμή τη μουσική παράσταση, αποφασίσαμε να τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

Eftychia Vlachou
Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη μουσική και συγκεκριμένα με αυτό το είδος; Πώς κι ένα νέο παιδί είχε τόσο «κλασικά» ακούσματα; Έπαιξε κάποιο ρόλο η οικογένειά σου στη μουσική σου εξέλιξη;

Η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας μου ήταν μια γυναίκα με σπουδές στο εξωτερικό, πολύ διαβασμένη, με άπταιστη γνώση τριών γλωσσών και ένα δίπλωμα πιάνου και σπουδές στο βιολί. Ήταν εκείνη που μου μάθαινε, αντί για παιδικά τραγούδια, κομμάτια από το «Χειμωνιάτικο ταξίδι» του Σούμπερτ ή τον Περ Γκυντ με δικούς της στίχους αλλά και τραγούδια του Αττίκ που ήταν ο αγαπημένος της. Το πιο αγαπημένο της κομμάτι απ' όλα ήταν το «Αν βγουν αλήθεια».

Το θέατρο και η δραματική σχολή πώς προέκυψαν στη ζωή σου;

Ήθελα, παράλληλα με το ωδείο, να μάθω περισσότερα για τη σκηνή και την εκφορά του λόγου. Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, θεωρώ αυτές τις σπουδές πιο σημαντικές από τις μουσικές. Είναι τα διαβάσματα μας, οι καλοί δάσκαλοι και η όρεξη μας να δούμε σφαιρικά την τέχνη μας, αυτά που διαμορφώνουν τελικά το προσωπικό μας γούστο και μας κάνουν ξεχωριστούς.

Μπήκες από νωρίς στα «βαθιά», κάνοντας σημαντικές συνεργασίες με προσωπικότητες όπως η Αρλέτα. Τι έχεις αποκομίσει; Υπάρχει κάποια συμβουλή που να έχεις κρατήσει;

Η Αρλέτα ήταν και είναι σημαντική φίλη, σύμμαχος και, τολμώ να πω, «οικογένειά» μου, απ’ αυτές που δεν γράφουν τα επίσημα χαρτιά μας. Πάντα επιστρέφω νοερά στην Αρλέτα, που είναι ας πούμε η πρώτη μου δασκάλα χωρίς να το ξέρει, και σκέφτομαι αν θα της άρεσε αυτό που κάνω. Μια σπουδαία τραγουδίστρια επίσης που ήταν και η πρώτη μου δασκάλα στο τραγούδι, η Σοφία Μιχαηλίδου, είναι ο «φάρος» μου - κι ας έχουμε χαθεί, εγώ ακόμα ακολουθώ όσα μου είπε όταν ήμουν 16 χρονών, όταν ξεκινήσαμε τα μαθήματα. Μερικοί άνθρωποι γίνονται εκούσια ή ακούσια η πυξίδα μας και πάντα μας δείχνουν το δρόμο.

Εδώ και κάποια χρόνια ζεις μεταξύ Αθήνας και Βαρκελώνης, ως flâneur. Τι κερδίζεις ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος από αυτή τη μετακίνηση κι εναλλαγή εικόνων; Και με ποιο τρόπο μετουσιώνεις στο έργο σου αυτή σου την εμπειρία;

Και στις δύο πόλεις υπάρχουν μοναδικά μέρη, φίλοι και συνεργάτες και διαφορετικές νοοτροπίες. Μόνο πιο πλούσιος μέσα σου μπορείς να βγεις από αυτό το «μοίρασμα».

Η Βαρκελώνη είναι μια μεσογειακή πόλη με έντονους ρυθμούς με αποτέλεσμα συχνά να προσομοιάζεται με την Αθήνα. Εσύ το εκλαμβάνεις αυτό; Τι σου προσφέρει η κάθε πόλη κι αν έπρεπε να διαλέξεις μία, ποια θα διάλεγες;

Η Βαρκελώνη είναι μια σαφώς πολύ μικρότερη πόλη από την Αθήνα, με τη θάλασσα στα πόδια της (μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια από το κέντρο), με πολύ περισσότερους τουρίστες αλλά και ξένους ως μόνιμους κατοίκους, πολύ καλά οργανωμένη, με πολύ καλές συγκοινωνίες και καθόλου χαοτική, με δύο επίσημες γλώσσες (καταλανικά-ισπανικά) και άλλες δυο να μιλιούνται παντού (γαλλικά-αγγλικά). Όπως καταλαβαίνετε, δεν μοιάζει με την Αθήνα, είναι εντελώς διαφορετική. Η Αθήνα διατηρεί ακόμα ένα γοητευτικό χάος που μοιάζει με αυτό της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Τις αγαπώ και τις δύο το ίδιο και δεν θα άλλαζα καμμιά τους!

Πρόσφατα κυκλοφόρησες μια υπέροχη διασκευή για το κομμάτι «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» συνοδεία ενός κινηματογραφικού video clip με πρωταγωνιστές ένα gay ζευγάρι. Φοβήθηκες καθόλου τις αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων; Πώς προέκυψε η ιδέα του συγκεκριμένου θέματος;

Φοβήθηκαν περισσότερο κάποιοι φίλοι μου πριν κυκλοφορήσει, όμως την απόφαση μου την είχα ήδη πάρει. Ήθελα να φτιάξω ένα βίντεο μ’ ένα ρομαντικό τραγούδι του παρελθόντος, αφιέρωμα σ’ όλες αυτές τις γενιές πριν από μας που έζησαν με το φόβο της ντροπής και της κατακραυγής αλλά και για όσους ακόμα ταλαιπωρούνται. Ήθελα να γίνει ένα ελληνικό πρώτο βίντεο που να μην ντρέπεται για τίποτα, με αισθητική επιπέδου. Γι’ αυτό και δεν εμφανίζομαι ο ίδιος να τραγουδώ, για να μην σπάσει η ροή της ιστορίας.

Πιστεύεις στον κοινωνικό ρόλο της τέχνης; Είναι πχ η μουσική ένα μέσο λείανσης των αιχμηρών πλευρών της κοινωνίας;

Σαφώς, πάντα θα είναι και πάντα θα προηγείται, όχι μόνο θα την ακολουθεί.

Διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου του Φεστιβάλ Αθηνών πως έχεις εκπονήσει διετή έρευνα πάνω στον Αττίκ, το αποτέλεσμα της οποίας είναι και η παράσταση Attic à Paris που θα δούμε στις 19 Ιουνίου. Τί σε ώθησε σε αυτή την έρευνα και τί καινούριο σου αποκαλύφθηκε για το έργο του;

Όλα τα βιβλία αναφέρουν την «παρισινή λαμπρή περίοδο» του Αττίκ, όμως μιλούν για «χαμένα» τραγούδια. Αυτό κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Αναζήτησα ένα-ένα τα κομμάτια αυτά και έφτιαξα μια παράσταση που θα δείτε στις 19 του μηνός. Παράλληλα ετοιμάζουμε και τον δίσκο.

George Katsanakis
Τι θα ακούσουμε στη μουσική παράσταση και πώς αισθάνεσαι για αυτή σου τη συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών;

Χαίρομαι που κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ Αθηνών ένα τόσο σημαντικό υλικό. Οι συνθήκες έπρεπε να είναι οι κατάλληλες και το φεστιβάλ μάς τις προσφέρει. Δούλεψα προσωπικά περίπου δύο χρόνια και μαζί με το Χάρη Σταυρακάκη στο πιάνο τους τελευταίους έξι μήνες για να διαλέξουμε και να ετοιμάσουμε το ρεπερτόριο. Μαζί μας θα είναι ο εξαιρετικός μουσικός και φίλος Νίκος Παπαβρανούσης στα τύμπανα και ο Κώστας Σηφάκης, νεότατος και πολύ ταλαντούχος, στο κοντραμπάσο. Έχουμε, ακόμα, την τύχη να μας πλαισιώνει το σκηνικό του Βασίλη Μπαρμπαρίγου ο οποίος ετοιμάζει ένα «μικρό θαύμα» στον κήπο  της Πειραιώς 260.

Μελλοντικά σχέδια που θα ήθελες να μοιραστείς; Σε τι φάση σε βρίσκουμε επαγγελματικά μετά τον Αττίκ;

Προέχει ο Αττίκ στο Παρίσι, η ηχογράφηση του δίσκου και μια φροντισμένη έκδοση όπως αξίζει σε αυτό το υλικό. Με αυτό θα ασχοληθώ ολόκληρο το καλοκαίρι.

ΣΟΦΙΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ / [email protected]