Ο Jamie Oliver βρέθηκε στην Αθήνα για 48 ώρες και μας έκανε το τραπέζι

Jamie-oliver
ΠΕΜΠΤΗ, 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026

Ένας από τους πιο διάσημους σεφ του πλανήτη πέρασε 2 ημέρες στην Αθήνα και συνάντησε το γαστρονομικό κοινό της πόλης στο νέο του εστιατόριο, Jamie Oliver Kitchen, όπου μας σέρβιρε γεύσεις, εμπειρίες, αγκαλιές και τα επόμενά του σχέδια.

Κάπου εκεί κοντά στα ‘00s, δεν θυμόμαστε άλλον μάγειρα να παίζει στην τηλεόραση και να τον βλέπουν ταυτόχρονα 3 γενιές με την ίδια ζέση –η καθεμιά για τους δικούς της λόγους. Οι γιαγιάδες για να επιβεβαιώσουν ότι αυτές μαγειρεύουν καλύτερα, οι μαμάδες για να πάρουν καμιά ιδέα για το αιώνιο ερώτημα «τι να μαγειρέψω αύριο» κι εμείς που δίναμε περισσότερη σημασία στον ίδιο τον Jamie Oliver, παρά στις συνταγές του. Κι όλο αυτό κάπως πέτυχε και ο ίδιος έφερε το Naked Chef στο BBC το 1999, μια εκπομπή μαγειρικής στην οποία ο στόχος του ήταν να «απογυμνώσει το φαγητό στα βασικά του συστατικά», όπως μας είπε επί λέξει ότι είχε γράψει σε ένα χαρτάκι τότε. Με αυτό τον τρόπο μπήκε στα σπίτια μας παγκοσμίως, μπολιάζοντας τη μαγειρική με αυθορμητισμό, απλότητα και ένα υγιές celebrity περιτύλιγμα, στρέφοντας την κάμερα πάνω στην ουσία του φαγητού της σύγχρονης εποχής κι ανοίγοντας τον δρόμο για τη γαστρονομική έκρηξη που ακολούθησε, εντός και εκτός οθόνης.

Για 24χρονος, κάπως ατσούμπαλος αλλά εξαιρετικά συμπαθής τηλεοπτικός σεφ που εστίαζε σε απλά υλικά στη δική του τότε κουζίνα, δεν τα πήγε κι άσχημα. Στο σήμερα, στο παλμαρέ του έχει 40 βιβλία, αλυσίδες εστιατορίων (ακόμη κι αν δεν ήταν όλα στρωμένα με ροδοπέταλα, όπως στην περίπτωση κατάρρευσης του Jamie's Italian το 2019), φιλανθρωπικά πρότζεκτ και εμβληματικές τηλεοπτικές εκπομπές όπως το Jamie's Kitchen, το Jamie's School Dinners και το Jamie's Ministry of Food, όπου έβαλε στο επίκεντρο όχι την επίδειξη, αλλά την εκπαίδευση γύρω από το φαγητό. Στο Jamie’s Kitchen, για παράδειγμα, ίδρυσε το εστιατόριο Fifteen, εκπαιδεύοντας 15 άνεργους νέους με δύσκολο παρελθόν για να γίνουν επαγγελματίες σεφ και στο Jamie's School Dinners έκανε μια σκληρή εκστρατεία για την κατάργηση του junk food στα σχολεία της Βρετανίας και την αντικατάστασή του με θρεπτικά γεύματα. Αντίστοιχα, το Jamie's Ministry of Food ήταν ένα κοινωνικό πείραμα, όπου δίδασκε απλή μαγειρική σε μια ολόκληρη πόλη, προωθώντας τη λογική του «μάθε το και διάδωσέ το».

Από το Essex στην Αθήνα
«Βρίσκομαι 48 ώρες στην Αθήνα και όπου κι αν έχω πάει, οι άνθρωποι όλων των ηλικιών και φύλων είναι τόσο ευγενικοί μαζί μου! Ως ένας 50χρονος από το Essex που περπατάει στην πόλη σας, έχω νιώσει τόση αγάπη!» μας είπε ενθουσιασμένος, τονίζοντας πόσες φορές έχει έρθει στην Αθήνα, πόσο την αγαπάει και πόσα έχει να μάθει κάποιος από αυτήν. Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό, μας είπε ότι όταν έκανε το Naked Chef 25 χρόνια πριν, ήταν απλώς… τυχερός. «Ήμουν νέος, μαγείρευα, ζοριζόμουν στη σχολή, η γλώσσα μου ήταν το φαγητό, το λάτρευα, ήμουν δημιουργικός με αυτό, με έκανε χαρούμενο, μας έφερνε όλους μαζί, αλλά στην ουσία ήμουν νέος και στάθηκα τυχερός». Παρακολουθώντας τη διαδρομή του μέχρι σήμερα, ωστόσο, εμείς θα αλλάζαμε το «στάθηκε τυχερός» με το «ήταν ικανός» και ίσως με το ακόμη πιο ουσιαστικό «παρέμεινε ταπεινός», κάτι που φανέρωσε τόσο η παραδοχή του, αλλά και όλη του η παρουσία με τον κόσμο. Χωρίς να αρνηθεί καμία φωτογραφία και μοιράζοντας αγκαλιές και ιστορίες, ξετύλιγε πτυχές της ζωής του, της καριέρας του, της φιλοσοφίας του καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσημεριανού gathering.

«Το πρώτο Naked Chef ήταν κακό, είχε πολύ παραδοσιακή δομή»
, μας είπε καθώς έκανε αναδρομή στην καριέρα του. «Ο λόγος που το Naked Chef έμοιαζε να έχει κίνηση και ατμόσφαιρα ντοκιμαντέρ, ήταν γιατί... δεν είχαμε λεφτά επειδή κατέστρεψα το πρώτο!» είπε γελώντας. Παραδέχτηκε ότι αν τα μισά απ’ όσα έκανε ήταν επιτυχίες, τα άλλα μισά ήταν αποτυχίες κι αυτό ήταν που τον οδήγησε σε αλλαγές που ήταν αυθεντικές ως προς τον ίδιο και που τελικά καρποφορούσαν. «Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσω με αυτό στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιαπωνία, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, σε 120 χώρες κι αυτό είναι κάτι που δεν ξέρω πώς να σας μεταφέρω. Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι το φαγητό είναι πολύ σημαντικό. Ζούμε σε μια εποχή ουμπεροποίησης του φαγητού με τις εφαρμογές και την άνεση των ντελίβερι κι ακόμη και στην Ελλάδα σιγά-σιγά απομακρυνόμαστε από το παραδοσιακό φαγητό» διαπίστωσε και τόνισε τη σημασία ο καθένας μας από το δικό του μετερίζι να εκπαιδεύει τον κόσμο. «Ένα εστιατόριο είναι μια περφόρμανς και πρέπει όχι μόνο να ταΐζει τους ανθρώπους, αλλά να τους εκπαιδεύει από τον τρόπο που μιλάμε για το φαγητό, που το σερβίρουμε, που προμηθευόμαστε την πρώτη ύλη. Δεν νομίζω ότι υπερβάλλω όταν λέω ότι πρέπει να παλέψουμε για να κρατήσουμε την κουλτούρα του φαγητού του ζωντανή».

Συνεχίζοντας για τα ταξίδια του, μίλησε για τις γιαγιάδες που συναντούσε στο δρόμο του σε διάφορα μέρη, από την Ικαρία μέχρι τη Σαρδηνία και την Οκινάουα, οι οποίες του έλεγαν ότι «πιάνεις το φαγητό σαν κι εμάς», αποδεικνύοντας ότι η κουλτούρα του φαγητού δεν έχει σύνορα. «Με έναν τρόπο, η αγάπη μου για το φαγητό του αφαιρεί την εθνικότητα. Και ο λόγος που μου φέρονται όλοι τόσο ευγενικά στον δρόμο είναι γιατί ζω στην κουζίνα τους. Και στα 50 μου, μου αρέσει η αγάπη» είπε γελώντας.

Κι όσο για το αγαπημένο του ελληνικό φαγητό; «Η μαγειρίτσα!» φώναξε με ενθουσιασμό, την οποία δοκίμασε κατά την επίσκεψή του στη Βαρβάκειο Αγορά μαζί με τον chef Γιώργο Παπακώστα, καθώς εξηγούσε ότι ήταν πεντανόστιμη, με άφθονο άνηθο, καθόλου βαριά και εκλεπτυσμένη. Εντυπωσιάστηκε επίσης με τον κόκορα με πατάτες και τα επιδόρπια που δοκίμασε στο εστιατόριο Άκρα, όπως και με τη μαλακή φέτα Τρίπολης ωρίμανσης 4 μηνών που δοκίμασε σε ένα παλιό τυροκομείο έξω από τη Βαρβάκειο.

Στο τραπέζι του Jamie Oliver
Μαζεμένοι, λοιπόν, γύρω του και έτοιμοι να δοκιμάσουμε το μενού του νέου του εστιατορίου, Jamie Oliver Kitchen στο Golden Hall, εμπνευσμένο από τα ταξίδια του, μας παρουσίασε πρώτα την ομάδα του, στρέφοντας τα φώτα ισότιμα πάνω σε όλους, από τους σερβιτόρους μέχρι τους σεφ. «Όλοι αυτοί οι όμορφοι άνθρωποι από την Ελλάδα, δουλεύουν σκληρά και με στηρίζουν» ξεκίνησε να λέει, συνεχίζοντας για την προσπάθεια που γίνεται εκεί από το καλοκαίρι του 2025. «Αν δείτε την κουζίνα είναι μια αληθινή κουζίνα και τα ψυγεία μας πίσω έχουν αληθινό φαγητό. Μέσα από το μενού προσπαθούμε να σας δώσουμε τα greatest hits που μας άρεσαν από διάφορα μέρη του κόσμου» μας εξήγησε. Αν και αυτό δίνει την αίσθηση μιας πιο "concept" εμπειρίας, αυτό που θα δείτε είναι πράγματι μια μίξη διεθνών επιρροών από μεσογειακή, ιταλική, comfort αμερικάνικη αλλά και ανατολίτικη κουζίνα, με ντόπιες πρώτες ύλες. Και το στοιχείο που εκφράζει για ακόμη μια φορά την ταπεινότητά του είναι οι τιμές, οι οποίες παραμένουν σε ένα τίμιο επίπεδο, από περίπου 30 ευρώ το άτομο, κάνοντας την εμπειρία προσβάσιμη σε όλους, ακριβώς όπως οραματιζόταν πάντα τη μαγειρική ο «Naked Chef».

Άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο την επόμενη χρονιά να δημιουργήσει κάτι νέο στην Αθήνα, τύπου «όχι ένας Άγγλος που μαγειρεύει ελληνικό φαγητό, αλλά ένας Άγγλος που κάνει κάτι νόστιμο και funky σε μια γειτονιά της Αθήνας. Θέλουμε πραγματικά να μεγαλώσουμε εδώ στην Ελλάδα, στη σωστή ταχύτητα, αν το αξίζουμε. Κι αυτό μπορώ να το κάνω μόνο με αυτή την ομάδα». Η αλήθεια είναι ότι θα θέλαμε να δούμε κάτι εκτός εμπορικού κέντρου, σε μια γειτονιά που να έχει δική της ζωή, όπου το φαγητό δεν θα είναι μέρος μιας καταναλωτικής στάσης και η εμπειρία δεν θα μοιράζεται με τις βιτρίνες, αλλά με τον ίδιο τον ρυθμό της Αθήνας. Μέχρι να συμβεί αυτό, μπορείτε να βρεθείτε όσο πιο κοντά γίνεται στον Jamie Oliver και τη μαγειρική φιλοσοφία του, στον 2ο όροφο του Golden Hall, χτίζοντας το δικό σας γευστικό ταξίδι με τη δική του πυξίδα.

Από αυτά που δοκιμάσαμε, το μοσχαρίσιο ταρτάρ με μελάσα ροδιού και σχοινόπρασο και το citrus ceviche λαβράκι με φρέσκια καυτερή πιπεριά και ψητές πιπεριές ξεχώρισαν από τα small plates, με φρεσκάδα και ένταση χωρίς περιττή επιτήδευση. Το παντζάρι labneh, ένα πιάτο εμπνευσμένο από τη Μέση Ανατολή, με στραγγιστό κατσικίσιο γιαούρτι, ψητά πολύχρωμα παντζάρια, σταφίδες και τραγανό αιγυπτιακό μείγμα ξηρών καρπών dukkah είχε ενδιαφέρον, με ωραία ισορροπία γλυκού και όξινου, ενώ η Burrata Panzanella, αν και αναμενόμενη, έφερε αυτή την εύκολη καλοκαιρινή δροσιά που λειτουργεί πάντα, με την κρεμώδη μπουράτα της, τα κρουτόν από προζυμένιο ψωμί, τον φρέσκο βασιλικό και το τρίμμα ελιάς.

Από τα Big Plates, όπως αναφέρονται στο μενού, αν είστε του ζυμαρικού μην προσπεράσετε την Cacio Carbonara, που μπλέκει την καρμπονάρα με την cacio e pepe, με φρέσκα ζυμαρικά σε σάλτσα τυριού και μαύρου πιπεριού, κονφί κρόκο αυγού, τραγανή πανσέτα, σπασμένο ροζ πιπέρι και παλαιωμένη παρμεζάνα -ίσως το πιο χαρακτηριστικό πιάτο της λογικής του Jamie Oliver, comfort με twist, πλούσιο αλλά ισορροπημένο. Tο Creamy Salmon, επίσης, είχε μια πολύ ωραία σάλτσα ψαριού, με κάππαρη και αγγούρι, μαύρο ρύζι και βλαστούς αρακά, που απογείωνε το φιλέτο σολομού, ενώ από τις 5 επιλογές Pinsa, εμείς δοκιμάσαμε την πιο ελληνική με σαλάμι Λευκάδας, σάλτσα ντομάτας, μοτσαρέλα, νιφάδες τσίλι και ρίγανη, που ήταν νόστιμη, αφράτη και καθόλου βαριά. Φυσικά υπάρχουν και επιλογές μπέργκερ, steak με sides και σάλτσες που μπορείτε να επιλέξετε, ωστόσο εμείς περάσαμε στο γλυκό, γιατί έπρεπε να μείνει χώρος για το διάσημο apple crumble του, που ήρθε ζεστό και τραγανό, όπως το φανταζόμασταν από την τηλεόραση: καραμελωμένα καρυκευμένα μήλα, τραγανό crumble, παγωτό βανίλια και κρέμα custard αλά Jamie, σ’ ένα ταξίδι πίσω στις δεκαετίες με τις 3 γενιές που λέγαμε νωρίτερα. Οι λάτρεις της σοκολάτας δοκιμάστε οπωσδήποτε το Peanut Chocosphere, μια σοκολατένια σφαίρα με brownie σοκολάτας, σαντιγί και παγωτό αλατισμένης καραμέλας -τόσο κολασμένο όσο ακούγεται.

Μεταξύ μαγειρίτσας στη Βαρβάκειο και φιλοσοφίας περί φαγητού στο εστιατόριό του, οι 48 ώρες του στην Αθήνα τελείωσαν με αυτό το γεύμα που νιώσαμε ότι έχει σχεδιαστεί πράγματι για να λειτουργεί σαν κοινή γλώσσα γύρω από το τραπέζι. Από τα small plates μέχρι τα πιο comfort κυρίως και τα γλυκά που πατάνε σε αναμνήσεις, όλα μοιάζουν να υπηρετούν την ίδια ιδέα: το φαγητό ως κοινή εμπειρία και όχι ως ατομική στιγμή. Κάτι που ο ίδιος είχε θέσει νωρίτερα, όσο μιλούσε για τη φιλοσοφία του στο φαγητό: «Σε όλο αυτό είμαστε μαζί. Και στο τέλος, το νόημα είναι να αγαπάμε και να μοιραζόμαστε το φαγητό». Kάτι που μάλλον είχαμε αρχίσει να ξεχνάμε.

Info
Jamie Oliver's Kitchen
2oς όροφος Golden Hall
Λεω. Κηφισίας 37Α, Μαρούσι
210 6899266

ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΑΣΩΝΗ
[email protected]