Στο τραπέζι του Μουσείου Μπενάκη: Το νέο του μενού τιμά την ελληνική απλότητα
Zak_Viemon Όσο η θερμοκρασία ανεβαίνει, τόσο ανεβαίνουμε κι εμείς προς τα μπαλκόνια της Αθήνας που πασπαλίζουν με γεύση την ωραία τους θέα. Και διαπιστώσαμε ότι το εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη είναι μία από τις πιο ήσυχες, αλλά ουσιαστικές στάσεις αυτής της διαδρομής.
Φήμες λένε ότι ελληνικό καλοκαίρι χωρίς rooftop με θέα την Αθήνα δεν γίνεται και το εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρεθήκαμε πρόσφατα, είναι μια από τις πιο διακριτικά πειστικές αποδείξεις. Χωρίς άβολη πολυτέλεια, σε έναν χώρο που λούζεται φυσικά από το αθηναϊκό φως, αλλά κρατά και την ατμόσφαιρα ενός μουσείου ελληνικού πολιτισμού, το εστιατόριο με την υπογραφή του Δειπνοσοφιστηρίου (Δειπνοσοφιστήριον Catering) μοιάζει να λειτουργεί σαν προέκταση αυτού -ήσυχο, χωρίς περιττές εντάσεις, σαν ένα πραγματικό μπαλκόνι χωρίς κραυγαλέες προσπάθειες εντυπωσιασμού.
Με αφορμή, λοιπόν, το νέο του μενού που σερβίρεται εδώ και περίπου μια εβδομάδα, βρεθήκαμε στον 2ο όροφο του μουσείου, με σκοπό να δούμε πώς μπορεί να αποτυπώσει το ελληνικό καλοκαίρι μέσα στην πόλη ο εδώ και περίπου 1 χρόνο σεφ του εστιατορίου, Γιώργος Σίσκος.
OLINA KATSARIΜια πρώτη ματιά στον κατάλογο, λοιπόν, ήταν αρκετή για να καταλάβουμε ότι εδώ η λογική μοιάζει να επιστρέφει σε πιο γνώριμες, αυθεντικές γεύσεις, χωρίς να χάνει τη δημιουργικότητά της. Κι αυτό ακριβώς μας επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο σεφ. «Θέλω ο κόσμος να τρώει φαγητά που ίσως δεν τολμά να δοκιμάσει εύκολα. Για παράδειγμα, ήθελα να βρω έναν διαφορετικό τρόπο να φάει ο κόσμος αρνί που ίσως αλλιώς δεν τολμά. Αλλά κατά βάση θέλω το φαγητό να είναι νόστιμο και προσεγμένο, αυτό με ενδιαφέρει πρώτα απ’ όλα» μας εξήγησε. «Προσπαθώ να κάνω απλά πράγματα, λίγο πιο όμορφα και λίγο πιο αναβαθμισμένα. Θέλω ο κόσμος να έρχεται εδώ, να τρώει και να το αισθάνεται σαν στέκι. Το fine dining είναι για μια πιο private εμπειρία».
OLINA KATSARIΑυτό το διαπιστώσαμε γρήγορα, όταν έφτασε στο τραπέζι μας η κρεμώδης φάβα με το ψητό χταπόδι που παρέμενε ζουμερό, με ανθισμένη κάππαρη και καραμελωμένο κρεμμύδι, αλλά και τα signature κασιώτικα ντολμαδάκια με μοσχαρίσιο κιμά, κρέμα λεμονιού και γιαούρτι με ελληνικά βότανα, σε μίνι μπουκίτσες Ελλάδας -το μόνο που έλειπε ήταν η θάλασσα στη θέση της Βασιλίσσης Σοφίας.
Η σαλάτα σε τετράγωνη φόρμα με αμάρανθο, κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης και flakes παλαμίδας ήταν ίσως το πιο «δομημένο» πιάτο του μενού, με μια προσέγγιση που ξένισε ελαφρώς ως σύλληψη. Η σαλάτα με καρδιές μαρουλιού, ωστόσο, είχε μια ιδιαιτερότητα που αξίζει να δοκιμάσετε. Το κοτόπουλο μαρινάρεται σε ελληνικά μυρωδικά με σέλερι και στη συνέχεια πανάρεται σε ψίχα ψωμιού με αφυδατωμένη πατάτα, αποκτώντας πιο τραγανή υφή και έξτρα ένταση στη γεύση. Η σαλάτα δένει με μουχτερόν (παραδοσιακό αλλαντικό ωρίμανσης), αγιοτύρι, κρουτόν χαρουπιού και ντρέσινγκ μοσχολέμονου και το τελικό αποτέλεσμα ξεφεύγει σίγουρα από μια κλασική σαλάτα, με έξτρα πόντους νοστιμιάς και υφών.

OLINA KATSARIMust try είναι οι τηγανητοί λουκουμάδες με τυριά και σαλάμι Λευκάδας, λουσμένοι σε γλυκόξινο γλάσο με 100% καθαρό βαμβακόμελο Θεσσαλίας, που έρχονται ανοιξιάτικοι με τα βρώσιμα λουλουδάκια τους, απλωμένοι πάνω σε ρόκα, σε μια υπέροχη αντιστοιχία γλυκού, αλμυρού, τραγανού και αφράτου.
OLINA KATSARIΤα επιδόρπια συνέχισαν στην ίδια φιλοσοφία, με το Choco cube, το οποίο είναι μια παραλλαγή από το γνωστό «ποντικάκι» των παιδικών μας χρόνων, με σφιχτή σοκολάτα, αλλά και την πιο ιδιαίτερη πάστα αμυγδάλου, με κρέμα αμυγδάλου, ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα, κροκάν και σάλτσα καραμέλας, η οποία και κέρδισε τις εντυπώσεις. Σε μια διαφορετική εκδοχή της πάβλοβα δοκιμάσαμε και τις τραγανές μαρέγκες με αφράτη κρέμα, οι οποίες «έσπαγαν» τη ζαχαρένια τους ένταση με τη φρεσκάδα και την οξύτητα του βύσσινου και των μαύρων μούρων.
Zak_ViemonInfo
Εστιατόριο Μουσείου Μπενάκη
Κουμπάρη 1
210 3671030
κόστος από 40 ευρώ/άτομο
ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΑΣΩΝΗ
[email protected]







