Borg vs. McEnroe: Δύο μονομάχοι στο Γουίμπλεντον

borg-vs-mcenroe
ΤΡΙΤΗ, 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018

Καλογυρισμένο αθλητικό δράμα με ωραίες ερμηνείες και ευχάριστα στο μάτι πλάνα.

Δύο μεγαθήρια της ιστορίας του τένις, ο Σουηδός Μπιορν Μποργκ και ο Αμερικανός Τζον ΜακΕνρό, μπαίνουν στο κέντρο της ιστορίας που σκηνοθετεί ο Janus Metz. Η ταινία Borg vs. McEnroe: Όλα για τη Δόξα αποτελεί τη ματιά του Metz στην πορεία των δύο αθλητών σε μία πολύ συγκεκριμένη στιγμή της αθλητικής τους καριέρας, το πρωτάθλημα του Γουίμπλεντον το 1980, συνδυασμένη με μία απόπειρα να ψυχογραφήσει τις δύο προσωπικότητες.

Οι φαινομενικά αντίθετες προσωπικότητες των δύο αθλητών γίνονται η ραχοκοκαλιά της ιστορίας, με τον Μποργκ να κλέβει περισσότερο της προσοχής σεναριακά, δεδομένου ότι παρασκηνιακά βλέπουμε περισσότερο τη δική του ζωή, τις δικές του νευρώσεις, τις δικές του αναμνήσεις. Λες και ολόκληρη η ταινία είναι μια αναφορά στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον Μποργκ, ενώ δεν είναι παρών, να κλέβει την παράσταση από τον  ΜακΕνρό στη συνέντευξή του. Αυτή η εστίαση όμως στο πρόσωπο του Μποργκ ενδεχομένως να οφείλεται στην καταγωγή του σκηνοθέτη της ταινίας (ο Metz είναι Δανός και μάλιστα στις Σκανδιναβικές χώρες η ταινία είχε τίτλο απλώς «Borg»).

Πάγος εναντίον φωτιάς
Ο Μποργκ λοιπόν το 1980 είναι ήδη καταξιωμένος και έχει κερδίσει  4 φορές το  Γουίμπλεντον. Το κοινό τον λατρεύει, παρά την εντύπωση του ψυχρού, προγραμματισμένου σαν μηχανή αθλητή που η τελειομανία του τον οδηγεί στην εξάλειψη κάθε συναισθηματικής εκδήλωσης και κυρίως σε νευρώσεις και ψυχαναγκασμούς (ως προς τα ρούχα, το αυτοκίνητο που τον μεταφέρει, τα μπαλάκια του τένις κλπ.).

Ο μετρημένος σε όλα Μποργκ όμως, κι έπειτα από τη φοβερή ως εκείνη τη στιγμή αθλητική του πορεία, νιώθει το βάρος της φήμης του να τον πνίγει. Ο θρύλος γύρω από το πρόσωπό του τον θέλει και πάλι νικητή στο Γουίμπλεντον, θρύλο που έχει ένα βασικό εμπόδιο, τον ανερχόμενο και εύφλεκτο χαρακτήρα του ΜακΕνρό. Ο ΜακΕνρό από την άλλη έχει ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον στα γήπεδα του τένις, όπου η παρουσία του είναι δυναμική, ωστόσο, η εκρηκτική, αχαλιναγώγητη και έντονη συμπεριφορά του τού έχει στερήσει τη συμπάθεια των φιλάθλων και του αθλητικού Τύπου.

«Στο τένις σημασία έχει ο τρόπος που κερδίζεις»
Τελικά, μέσα από την ταινία και την ανάλυση των δύο προσωπικοτήτων (αυτόνομων ή συγκριτικά μεταξύ τους) υπογραμμίζονται δύο πράγματα: η ομοιότητα των δύο αθλητών και η πανομοιότυπη μοναξιά του αθλητή/ανθρώπου που είναι ταγμένος στη νίκη. Και οι δύο είναι ακραίοι χαρακτήρες, διαφορετικά ακραίοι και διαφορετικά μόνοι. Ο ψυχαναγκαστικός Μποργκ «φιλτράρει» με καταπίεση την οργή του, ενώ ο με κοινωνικές δυσκολίες ΜακΕνρό «ξορκίζει» την οργή του εκφράζοντάς τη.  Στο βάθος τους όμως, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της κάμερας του Metz, πρόκειται για διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος.

Στον τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης παρατηρεί και κατανοεί τους δύο αθλητές βοηθούν οι δύο βασικοί ηθοποιοί με πολύ πειστικές ερμηνείες. Ο Sverrir Gudnason ως Μποργκ από τη μία μας δίνει να καταλάβουμε πως πραγματικά θέλει να είναι ο καλύτερος στον κόσμο (χώρια η εκπληκτική ομοιότητα με τον αληθινό Μποργκ), ενώ ο Shia LaBeouf από την άλλη, σε έναν καθόλου κόντρα ρόλο, εξωτερικεύει θαυμάσια την ένταση που είχε ο ΜακΕνρό.  Δίπλα επίσης στον Gudnason βλέπουμε τον αδύνατο να αποτύχει σε κάποιο ρόλο, Stellan Skarsgård, ως προπονητή του, την ήσυχη δύναμη, Tuva Novotny, ως την κοπέλα του και τον πραγματικό γιο του Μποργκ, Leo Borg, να υποδύεται στα flashbacks τη νεαρή βερσιόν του πατέρα του.

Οι αναδρομές αυτές στο παρελθόν των αθλητών φωτίζουν την πορεία της προσωπικότητας του κάθε αθλητή- λίγο παραπάνω, όπως είπαμε, του Μποργκ- και δένουν την ιστορία της ταινίας, τα γεγονότα της οποίας αρκούνται στην αρχή και το τέλος του τουρνουά. Ολόκληρη η ταινία δηλαδή αφορά το τουρνουά του 1980 και στη γραμμική εξέλιξη των γεγονότων παρεμβάλλονται οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία των δύο αθλητών. Αυτή η εστίαση σε ένα γεγονός δίνει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να οδηγήσει τον θεατή βαθμιαία στην ένταση, η οποία έρχεται μαζί με την τελική αναμέτρηση των δύο σε έναν εκπληκτικό αγώνα- ρεαλιστικό, σοφά σκηνοθετημένο, με υπέροχες εναλλαγές στα πλάνα και τον ρυθμό.

Γενικότερα, παρόλο που η ταινία παραμένει συμβατική και υιοθετεί μία συγκεκριμένη ερμηνεία της ψυχολογίας των δύο αθλητών (την οποία δεν ασπάστηκαν με την ίδια θέρμη και οι δύο πραγματικοί πρωταγωνιστές), καταφέρνει τελικά να μη γίνει βαρετή και να αναπαραστήσει την εποχή, τους αγώνες και τους δύο αθλητές πιστά και με ενδιαφέροντα πλάνα που παίζουν με το φως και το χρώμα.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / ivard@naftemporiki.gr