Who is who: Χιου Γκραντ

who-is-who-xiou-gkrant

ΤΡΙΤΗ, 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2011

Γνωστός τόσο για την πορεία του στον κινηματογράφο, όσο και για τις προσωπικές του... ατασθαλίες, ο Χιου Γκραντ είναι ένας από τους πιο διάσημους Βρετανούς ανά τον κόσμο, που κρύβει έναν πιο σκοτεινό χαρακτήρα πίσω από το αθώο χαμογελαστό του πρόσωπο.

Ο Χιου Τζον Μούνγκο Γκραντ γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου το 1960 στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου και ήταν ο δεύτερος γιος της οικογενείας Γκραντ – ο πρώτος ήταν ο Τζέιμς, ο οποίος σήμερα είναι τραπεζίτης.

Ο πατέρας του, Κάπτεν Τζέιμς Μάρεϊ Γκραντ ήταν πωλητής χαλιών και καλλιτέχνης, ενώ η σκωτσέζικης καταγωγής μητέρα του Φίνβολα Γκραντ, δασκάλα.

Από την πλευρά της μητέρας του έχει αριστοκρατική καταγωγή, ενώ ο παππούς του που πολέμησε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει τιμηθεί για το θάρρος και την αρχηγική του ικανότητα.

Ο μικρός Χιου έδειχνε ιδιαίτερη κλίση και συμπάθεια στη λογοτεχνία και την υποκριτική από μικρή ηλικία. Κέρδισε υποτροφία στην Οξφόρδη το 1979 κι εκεί άρχισε να ασχολείται με την υποκριτική, χωρίς, όμως, να έχει στο μυαλό του την καριέρα που ακολούθησε, αφού σκεφτόταν να γίνει ιστορικός τέχνης.

Μετά, όμως, φαίνεται να άλλαξε γνώμη κι απέρριψε μια υποτροφία που θα του έδινε την ευκαιρία να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της τέχνης στο Ινστιτούτο Courtlaud του Λονδίνου, αφού ήθελε να επικεντρωθεί σε μια καριέρα στην ηθοποιία.

Ο πρώτος του ρόλος και μάλιστα πρωταγωνιστικός, ήρθε το 1982 όσο ήταν ακόμη φοιτητής, στην ταινία του Μάικλ Χόφμαν «Privileged», μετά, όμως ο νεαρός Χιου συνέχισε να κάνει διάφορες δουλειές, καθώς η υποκριτική δεν του γέμιζε τις τσέπες. Έγραφε κριτικές βιβλίων, κομικά σκετς για την τηλεόραση, ραδιοφωνικά διαφημιστικά σποτ, ενώ ασχολήθηκε και με το θέατρο.

Όταν, όμως, βαρέθηκε τους μικρούς ρόλους, έφτιαξε τη δική του επιθεώρηση «The jockeys» μαζί με τους φίλους του και ξεκίνησαν διάφορες περιοδείες, σημειώνοντας επιτυχία στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και κερδίζοντας μια μικρή συνεργασία με ένα τηλεοπτικό σόου του BBC 2.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χιου Γκραντ ασχολήθηκε πολύ με την τηλεόραση, πραγματοποιώντας εμφανίσεις σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές και 2 τηλεταινίες («Jenny’s war» και «Lord Elgin and some stones of no value», η οποία μάλιστα αναφέρεται στα Ελγίνεια μάρμαρα και τους πραγματικούς λόγους που απομακρύνθηκαν από την Ελλάδα). Ο πρώτος του σημαντικός κινηματογραφικός ρόλος ήρθε το 1987, όπου με τις σκηνοθετικές οδηγίες του Τζέιμς Άιβορι γυρίστηκε το υποψήφιο για Όσκαρ «Maurice» και ο Γκραντ κερδίζει βραβείο καλύτερου ηθοποιού μαζί με τον Τζέιμς Γουίλμπι από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Το 1988 βρίσκεται στο ίδιο καστ με τον σπουδαίο Άντονι Χόπκινς στο «The drawning» και μέχρι το τέλος της δεκαετίας έχει κάποιους μεγαλύτερους ή μικρότερους ρόλους σε διάφορες κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές ταινίες, όπως «The lair of the white worm» (1988), «Remando al viento» (1988), «La nuit Bengali», «Champagne Charlie» (1989), χωρίς, όμως να έχει έρθει η μεγάλη επιτυχία στην καριέρα του.

To 1992 εμφανίζεται στη δραματική ταινία του ανατρεπτικού Ρομάν Πολάνσκι «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα», πλάι στον Πίτερ Κογιότ, την Εμμανουέλ Σενιέ και την Κριστίν Σκοτ Τόμας, σε μια περίεργη ιστορία αγάπης και μίσους ενός ζευγαριού (Κογιότ-Σενιέ) την οποία διηγούνται στους Άγγλους συνταξιδιώτες τους (Γκραντ-Σκοτ Τόμας). Η ταινία δεν αποτέλεσε εμπορική επιτυχία και προκάλεσε ως αντι-ρομαντική και αρκετά σκληρή, όμως ο Χιου Γκραντ είχε την ευκαιρία να δουλέψει πλάι σε ένα μεγάλο σκηνοθέτη, σε μια ταινία που όσο κι αν δέχτηκε ανάμεικτες κριτικές, όλοι την παρακολούθησαν με αμείωτο ενδιαφέρον.

Οι επιτυχίες ξεκινούν

Το 1993, ο Βρετανός ηθοποιός συναντιέται και πάλι με τον Άντονι Χόπκινς στην υποψήφια για 8 Όσκαρ δραματική ταινία του Τζέιμς Άιβορι «Τα απομεινάρια μιας μέρας» και παρ’ όλο που τα φώτα είναι στραμμένα στον Χόπκινς και την Έμα Τόμσον, ο Χιου Γκραντ δίνει ισχυρό «παρών» και εμπλουτίζει το βιογραφικό του με μια αξιόλογη ταινία εποχής.

Ο δρόμος προς την επιτυχία ανοίγει και ο Χιου Γκραντ γίνεται γνωστός απανταχού με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κομεντί «Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία» του Μάικ Νιούελ, ενσαρκώνοντας το γοητευτικό Τσαρλς που αρνείται να παντρευτεί, αλλά γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του (Άντι Μακ Ντάουελ) σε ένα γάμο. Σε μια φάση της καριέρας του που ο Γκραντ σκεφτόταν να τα παρατήσει, το σενάριο της ταινίας του φάνηκε σαν όαση, ενώ το «Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία» έγινε η πιο εμπορικά επιτυχημένη ως τότε βρετανική ταινία με κέρδη 244 εκατομμύρια παγκοσμίως. Ο Γκραντ κερδίζει την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, όπως και βραβείο BAFTA και απ’ ό,τι φαίνεται αναθεωρεί τις πρότερες αποφάσεις του να εγκαταλείψει το χώρο.

Με τον Μάικ Νιούελ συνεργάζεται και την επόμενη χρονιά στο «An awfully big adventure» και οι προτάσεις για συμμετοχή σε κομεντί αρχίζουν να πέφτουν «βροχή» στο διάσημο ηθοποιό. Εμπορική επιτυχία σημείωσε και το «Εννέα μήνες» του… μάστορα της κωμωδίας, Κρις Κολόμπους, όπου πρωταγωνιστεί με την Τζούλιαν Μουρ, σε μια ταινία για τις δυσκολίες των υποψήφιων μπαμπάδων – και όχι μόνο.

Αμέσως μετά επιστρέφει σε άλλη μια ταινία εποχής το «Λογική και Ευαισθησία» βασισμένο πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Τζέιν Όστεν, το οποίο χάρισε το Όσκαρ στη συμπρωταγωνίστριά του, Έμμα Τόμσον και λίγο αργότερα βρίσκεται μαζί με τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ στο βραβευμένο με Όσκαρ ιστορικό δράμα «Τα χρόνια της φωτιάς» του Μάικλ Χόφμαν.

Το 1996 πρωταγωνιστεί σε 2 ταινίες, το «Night train to Venice» και το θρίλερ «Extreme measures», στο οποίο, μάλιστα κάνει και το ντεμπούτο του ως παραγωγός. Η ταινία, όμως, δεν πάει καλά εμπορικά, ούτε λαμβάνει θετικές κριτικές.

Πολυτάραχη προσωπική ζωή

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χιου Γκραντ γνώρισε το πανέμορφο μοντέλο που ήθελε να γίνει ηθοποιός, Λιζ Χάρλεϊ και δεν περνάει καιρός μέχρι το ειδύλλιό τους να φιγουράρει σε όλα τα πρωτοσέλιδα. Η σχέση αυτή, όμως, παρά τη μεγάλη της διάρκεια (έληξε το 2000), είχε πολλά σκαμπανεβάσματα, αφού ο Χιου Γκραντ έκανε διάφορες ατασθαλίες.

Το 1995, μάλιστα, το διάστημα που προωθούσε την ταινία «Εννέα μήνες» συνελήφθη από την αστυνομία στο Λος Άντζελες να δέχεται τις «υπηρεσίες» της 23χρονης ιερόδουλης, Ντιβάιν Μπράουν. Η είδηση προκάλεσε σάλο και τα επόμενα χρόνια ο διάσημος ηθοποιός έκανε ένα διάλειμμα από τον κινηματογράφο, επιστρέφοντας στα τέλη της δεκαετίας.

Οι δηλώσεις του κατά καιρούς έχουν προκαλέσει, όπως αυτή σχετικά με το ότι δεν υπήρξε ποτέ ο πιο ενθουσιώδης ηθοποιός αυτού του κόσμου και ότι πάντα κατέληγε να βαριέται αφόρητα στο πλατό, ότι θα ήθελε οι γυναίκες να συνωστίζονται γι’ αυτόν σαν να είναι ο Ρίκι Μάρτιν ή ότι «η είδηση της αποτυχίας κάποιου στον κινηματογράφο μπορεί να με χαροποιήσει για μια ολόκληρη εβδομάδα», αλλά το ευγενικό παρουσιαστικό του πάντα κατάφερνε να κρατάει το κοινό και τους θαυμαστές του με το μέρος του. Παρ’ όλ’ αυτά παραδέχεται ότι είναι ιδιαιτέρως ανταγωνιστικός, κάτι που έχει αναπτύξει και από τον αθλητισμό (γκολφ, τένις, σνούκερ, ράγκμπι, ποδόσφαιρο).

Ξανά στα πλατό

Μετά από διάλειμμα 3 χρόνων, επέστρεψε στον κινηματογράφο με άλλη μια επιτυχία, στο πλευρό της Τζούλια Ρόμπερτς, στην αισθηματική κομεντί «Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ». Αυτή σούπερ-σταρ του κινηματογράφου κι αυτός ένας ταπεινός Άγγλος βιβλιοπώλης. Η συνταγή γνωστή και η κομεντί «έσπασε» τα ταμεία ως η πιο επιτυχημένη εμπορικά βρετανική κομεντί της ιστορίας, εισπράττοντας 363 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Ο Χιου Γκραντ κερδίζει άλλη μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα, μεταξύ άλλων βραβείων και υποψηφιοτήτων, και αμείβεται με 7,5 εκατομμύρια δολάρια, δίνοντας και πάλι δυναμικά το «παρών» στα κινηματογραφικά δρώμενα.

To 2000 σκηνοθετείται από τον Γούντι Άλεν στην υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα κομεντί «Small time crooks» και ενσαρκώνει έναν από τους «πιο γλοιώδεις χαρακτήρες που δημιούργησε ποτέ ο Άλεν», όπως ανέφεραν κάποιοι κριτικοί.

Λίγο αργότερα, άλλη μια επιτυχία σημειώνεται στην καριέρα του, με την υποψήφια για Όσκαρ κομεντί «Το ημερολόγιο της Μπρίτζες Τζόουνς». Πλάι στη Ρενέ Ζελβέγκερ και τον Κόλιν Φερθ υποδύεται τον γοητευτικό, αλλά... γυναικά εκδότη βιβλίων που ελκύει την Μπρίτζετ (Ζελβέγκερ). Η ταινία, η οποία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Έλεν Φίλντινγκ, αποδεικνύεται μεγάλη εμπορική επιτυχία με εισπράξεις που έφτασαν τα 280 εκατομμύρια παγκοσμίως και οι τρεις πρωταγωνιστές απόλαυσαν τόσο τις απολαβές τους, όσο και την αποδοχή κοινού και κριτικών.

Το 2002 βρίσκεται στο υποψήφιο για Όσκαρ «About a boy» ως γόνος καλλιτεχνικής οικογένειας που παίρνει υπό την προστασία του ένα 12χρονο άβγαλτο αγόρι και δημιουργεί μια ανατρεπτική για τη ζωή του φιλία μαζί του, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως καλές κριτικές, ενώ μέσα στην ίδια χρονιά συμπρωταγωνιστεί με τη Σάντρα Μπούλοκ (την αγαπημένη του συνεργάτιδα) στην κομεντί του Μαρκ Λόρενς «Δύο εβδομάδες προθεσμία».

Η επόμενη χρονιά τον βρίσκει και πάλι σε κομεντί –και μάλιστα επιτυχημένη- το «Αγάπη είναι...» του Ρίτσαρντ Κέρτις, ως... εργένη Βρετανό πρωθυπουργό που ερωτεύεται το κορίτσι που του φτιάχνει το... τσάι και το 2004 οι περιπέτειες της Μπρίτζετ Τζόουνς συνεχίζονται με το σίκουελ της ταινίας και τις εισπράξεις να χτυπάνε πάλι.. κόκκινο, ενώ αναμένεται και τρίτη ταινία, όπου θα δούμε την καθημερινότητα της 40χρονης –πλέον- Μπρίτζετ.

Το 2006 συμπρωταγωνιστεί με τον Ντένις Κουέιντ και τη Μάντι Μουρ στο «American dreamz» το οποίο συμβαδίζει με την τάση της εποχής σχετικά με τα ριάλιτι τραγουδιού και το 2007 συνεργάζεται με τη Ντριού Μπάριμορ σε μια ταινία-παρωδία της ποπ κουλτούρας και της μουσικής βιομηχανίας, «Music and Lyrics». Ο Γκραντ μάλιστα, όπως αναφέρεται στον Τύπο, δεν ακούει μουσική, ούτε έχει cd, για τις ανάγκες της ταινίας, όμως, τραγούδησε, έπαιξε πιάνο και χόρεψε.

Τελευταία ταινία του ήταν η κωμωδία «Did you hear about the Morgans?» του Μαρκ Λόρενς με τη Σάρα Τζέσικα Πάρκερ το 2009, ενώ τώρα βρίσκεται και πάλι στα πλατό μετά από ένα μικρό διάλειμμα, γυρίζοντας το «Cloud Atlas» μαζί με τον Τομ Χανκς, τη Σούζαν Σάραντον και τον Χιούγκο Γουίβινγκ.

Ενδεικτική φιλμογραφία: «Privileged» (1982), «Honour, profit & pleasure» (1985), «White mischief» (1987), «Maurice» (1987), «The dawning» (1988), «The lair of the white worm» (1988), «Remando al viento» (1988), «La nuit Bengali» (1988), «The big man» (1990), «Impromptu» (1991), «Bitter moon» (1992), «Sirens» (1993), «The remains of the day» (1993), «Four weddings and a funeral» (1994), «An awfully big adventure» (1995), «The Englishman who went up a hill but came down a mountain» (1995), «Nine months» (1995), «Sense and sensibility» (1995), «Restoration» (1995), «Night train to Venice» (1996), «Extreme measures» (1996), «Notting Hill» (1999), «Mickey blue eyes» (1999), «Small time crooks» (2000), «Bridget Jone’s diary» (2001), «About a boy» (2002), «Two weeks notice» (2002), «Love actually» (2003), «Bridget Jones: the edge of reason» (2004), «Travaux, on sait quand ça commence...» (2005), «American dreamz» (2006), «Music and lyrics» (2007), «Did you hear about the Morgans?» (2009).