Το ekies all senses resort στην Χαλκιδική εννοεί κάθε λέξη του ονόματός του

ekies-new
ΠΕΜΠΤΗ, 05 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019

Πάντα αναρωτιόμουν πώς γίνεται οι Ιταλίδες να είναι τόσο θεές μες την απλότητά τους. Ποτέ δεν περίμενα πως τρεις μέρες στην Χαλκιδική θα μου έδιναν την πιο περιγραφική απάντηση.

Το κάλεσμα από το ekies και τον Χάρη Σταυρίδη ήρθε αρχές του καλοκαιριού και χρειάστηκε να μετατεθεί για το τέλος του. Θυμάμαι τότε είχα θυμώσει ελαφρώς με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να ταιριάξω τις δικές μου δυνατότητες με τη διαθεσιμότητα. Τώρα, δυο μέρες μετά την φιλοξενία και την επιστροφή στην Αθήνα, θα πω πως πράγματι, μικρά περιστατικά της ζωής είναι αυτά που επιβεβαιώνουν τις μεγάλες αλήθειες. Εν προκειμένω, τη φράση: «Κάθε τι γίνεται για καλό».

Στην εκπνοή του καλοκαιριού όλα παραμένουν θερινά, όμως τα μέρη αποκτούν μια καθαρότητα, κλέβοντας λίγο από την ξεγνοιασιά του Σεπτέμβρη που με μια μικρή δόση ειρωνείας μάς κοιτά να εγκαταλείπουμε την περιφέρεια για να συνωστιστούμε ξανά στις πόλεις. Νιώθεις τους προορισμούς λοιπόν πλήρεις και ανακουφισμένους μετά τον γλυκό κάματο της σεζόν και τόσο εσύ όσο και εκείνοι συμπορεύεστε σε ρυθμούς πιο ανθρώπινους. Εξάλλου, το καλοκαίρι έχει πάνω κάτω ολοκληρωθεί και δεν κουβαλάς αυτή την «υποχρέωση» στον εαυτό σου να περάσεις καλά γεμίζοντας εκβιαστικά τις αποσκευές σου με αναμνήσεις.  

Με αυτό το σκεπτικό αλλά και με τις κεκτημένες της Αθήνας προσγειώθηκα το πρωινό της Παρασκευής στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, όπου με περίμενε ο Πάτρικ, ο οδηγός του ekies για την μεταφορά στο ξενοδοχείο. Στη λίστα με τα πλεονεκτήματα του να ταξιδεύεις όταν ο κύριος όγκος των παραθεριστών έχει επιστρέψει στην καθημερινότητα, είναι οι άδειοι δρόμοι.

Έτσι, σε λιγότερο από μιάμιση ώρα ήμασταν στην Βουρβουρού Χαλκιδικής, ένα παραθαλάσσιο καταπράσινο οικισμό, από εκείνους που η καλοκαιρινή τους εκδοχή σε τίποτα δεν μοιάζει με την εικόνα τους των υπόλοιπων μηνών. Παρκάρουμε στην είσοδο και μετά τις απαραίτητες συνεννοήσεις με τους ανθρώπους στην reception, το ekies αρχίζει να αποκαλύπτεται.

Υπάρχουν ξενοδοχεία όπου οι υπεύθυνοι γνωρίζουν το εξής: To οίκημα το αφουγκράζεσαι, το ζεις και το εμπλουτίζεις σταδιακά ανάλογα με τις ανάγκες που το ίδιο σου μαρτυρά συν τω χρόνω. Έτσι και εδώ λοιπόν, ακριβώς λόγω της βιωματικής σύνθεσης του αποτελέσματος, ο χώρος σού συστήνεται σε δόσεις. Κάθε σημείο έχει μια λεπτομέρεια που σου ζητά χρόνο να την προσέξεις, κάτι που χωρίς να συνειδητοποιείς σε κάνει να χαλαρώνεις το βήμα, να ακουμπάς το βλέμμα, να παρατηρείς χωρίς να βιάζεσαι.

Από το φουαγιέ ως τα δωμάτια και από την πισίνα ως το beach bar και τα εστιατόρια, Bubo, Kuko, και φυσικά το Treehouse, η διακόσμηση και η αρχιτεκτονική είναι τέτοιες που σε φλερτάρουν καθοδόν ζητώντας διακριτικά αλλά επίμονα την προσοχή σου. Και εκεί αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πως είσαι σε διακοπές, γιατί όλα σου υπαγορεύουν να κατεβάσεις ταχύτητα και να δεις, να μυρίσεις, να ακούσεις.

Τα δωμάτια του ekies, για να ξεκινήσουμε από το δια ταύτα, έχουν αυτό που κατά το σύνηθες λέμε «χαρακτήρα». Έναν συνδυασμό στοιχείων που σε κάνουν να αισθάνεσαι πως είσαι σπίτι σου, χάρη στα οικεία υλικά και χρώματα, και ταυτόχρονα διαθέτουν μια εσάνς πολυτέλειας που υπάρχει χωρίς να το κραυγάζει. Μοντέρνα στοιχεία, ξύλο, ήπια χρώματα με έμφαση στις αποχρώσεις του πράσινου και του γκρι, απλά και λειτουργικά. Ο λόγος για το στάνταρ δίκλινο όπου έμενα, περισσότερα θα δείτε στις φωτογραφίες αφού το ekies έχει ποικιλία δωματίων, μεταξύ άλλων και για οικογένειες.

Οικογένειες είπα και ο συνειρμός με οδηγεί στο να τονίσω το εξής παράδοξο. Μολονότι στη χρονική στιγμή της δικής μου επίσκεψης τουλάχιστον, το ξενοδοχείο φιλοξενούσε κατά κύριο λόγο νεαρούς γονείς με μικρά παιδιά, αυτό δεν στέρησε την γαλήνη από το εσωτερικό του. Γεγονός που στα δικά μου μάτια επιβεβαιώνει πως τα πιτσιρίκια  αντιλαμβάνονται τον χώρο και τα vibes του πρώτα από όλους.

Επανέρχομαι στην ηρεμία του ξενοδοχείου, γιατί αυτό είναι το βασικό του χαρακτηριστικό που μεταξύ άλλων ενισχύεται από την εικόνα και την αίσθηση της θάλασσας δίπλα στην οποία είναι χτισμένο. Πρόκειται για έναν κόλπο με χαμηλής στάθμης, άρα αρκετά ζεστά, νερά, που βέβαια δε σου στερούν την επιλογή, αν ξανοιχτείς λιγάκι, να κολυμπήσεις σε δροσερό, αβαθές περιβάλλον. Αν μάλιστα επιλέξεις να ναυλώσεις, μόνος ή με καπετάνιο, ένα από τα σκάφη που υπάρχουν πλησίον, φτάνεις σε μέρη που δεν απέχουν πολύ από αυτό που λέμε παράδεισο, με κορυφαίο τον Διάπορο

Δεξιά αριστερά παραταγμένα σκάφη, μπροστά η θάλασσα και πίσω δάσος. Και εδώ προστίθεται μια ακόμη ενδιαφέρουσα αποκάλυψη. Καθώς επιστρέφεις από τo νερό προς την παραλία, τίποτα δεν μαρτυρά πως εκεί ακριβώς κρύβεται ένα ξενοδοχείo. Το ekies είναι κυριολεκτικά χτισμένο μες το δάσος.
 

Για του λόγου το αληθές βλέπεις πως ο χώρος έχει διαμορφωθεί γύρω από τα δέντρα με τα τελευταία να αποτελούν πρωτεύον κομμάτι του σαν να γεννήθηκαν τα κτίσματα γύρω τους και το τεχνητό στοιχείο να προσαρμόστηκε αγκαλιάζοντας με σεβασμό το προϋπάρχον φυσικό. Η φύτευση επιμελώς ατημέλητη, καθώς λέμε, που σημαίνει πως στους εξωτερικούς διαδρόμους προσπερνάς τις ίδιες ποικιλίες φυτών που συναντάς ελεύθερα φυόμενα στα χωράφια και τους αγρούς, όλα τοποθετημένα χωρίς επιτήδευση και με στοίχιση τέτοια που το 2017 ανέδειξε το Ekies νικητή στα ευρωπαϊκά AHEAD Awards στην κατηγορία Landscaping & Outdoor Spaces.

Θα έχετε παρατηρήσει πως ο κόσμος, όταν μοιράζεται σιωπηρά την ίδια απόλαυση, στα ξενοδοχεία, τις παραλίες, τις θεατρικές σκηνές, τα εστιατόρια ή τις κινηματογραφικές αίθουσες ακόμη, ανταλλάσσει χαμόγελα σχεδόν συνωμοτικά, λες και ο ένας αναγνωρίζει στα μάτια του άλλου την ευφορία και του δηλώνει με το χαμόγελο πως συναινεί. Αυτή η κατάσταση της κοινής εμπειρίας που σου μεταγγίζει την αίσθηση πως είσαι μοναδικός με ακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια του τριημέρου, σε όλους τους χώρους του ξενοδοχείου, κυρίως όμως στο beach bar και το γειτνιάζον εστιατόριο.

Τους χώρους τούς φτιάχνουν οι άνθρωποι, πιστεύω, και εδώ το επιβεβαίωσα. Ο Αποστόλης Παπαδόπουλος F&B manager και η ομάδα του, βάζουν το δικό τους λιθαράκι στην ατμόσφαιρα που αποπνέει το ekies.

Θέλω να ομολογήσω το εξής. Λόγω της φύσης της δουλειάς μου, οι προσκλήσεις είναι συχνές και πλέον έχω αποκτήσει ένα, ας πούμε, κουσούρι. Προσπαθώ να δω πίσω από την πρώτη εικόνα, κάτω από την επιφάνεια και να καταλάβω αν όλα αυτά που βιώνω είναι επιτηδευμένα, ένεκα του καλέσματος ή πηγαία που θα εξακολουθούν και μετά την αναχώρησή μου. Με αυτό το δεδομένο της αυθεντίας εξασφαλισμένο στο back bag μου, το τελευταίο βράδυ της Κυριακής, παρακολούθησα όλη την πορεία του ήλιου ως το δειλινό που, όπως έχει πει ο Ελύτης, «περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια».

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ / [email protected]